Μεγάλη η επιρροή του Πλούταρχου στα Σαιξπηρικά έργα

Κι όμως! Τα περισσότερα έργα του Βρετανού δραματουργού Ουίλιαμ Σαίξπηρ αποτελούν λογοτεχνικά «δάνεια» από τους Έλληνες αρχαίους τραγικούς ενώ ο Έλληνας φιλόσοφος που τον επηρέασε περισσότερο ήταν ο Πλούταρχος.


Γιατί ..μπορεί «η επιρροή της ελληνικής τραγωδίας στη λογοτεχνία της αναγέννησης να υπήρξε καταλυτική», μπορεί ανάμεσα στον Πλούταρχο και τον Σαίξπηρ να υπάρχει «όχι απλώς επιρροή αλλά σχεδόν …συνεργασία στη γραφή παρά τα 1.000 χρόνια που τους χωρίζουν» –όπως έλεγαν στο διεθνές συμπόσιο για τη «Σχέση του Σαίξπηρ με την κλασσική και τη σύγχρονη Ελλάδα» Έλληνες και ξένοι «Σαιξπηρο-λόγοι»– μελετητές, οι ίδιοι όμως -και κυρίως οι Έλληνες συνάδελφοί τους- ισχυρίστηκαν κατηγορηματικά πως «το έργο του Σαίξπηρ δεν μπόρεσε ποτέ να πάρει την …ελληνική ιθαγένεια και να ενσωματωθεί πλήρως με τη ελληνική κουλτούρα».
Προϊόντα λογοτεχνικού τουρισμού ανά τους αιώνες και ανά την Ευρώπη, «αντιγραφές» έργων των αρχαίων τραγικών που έφτασαν στον ελισαβετιανό βάρδο 15 αιώνες αργότερα ως κειμενικά σπαράγματα (μέσω των «Βίων» του Πλουτάρχου και αργότερα των έργων του Σενέκα και άλλων λατίνων συγγραφέων της λογοτεχνίας της αναγέννησης), ορισμένα έργα του Σαίξπηρ («Ρωμαίος και Ιουλιέτα», «Κοριολανός», «Τίμων ο Αθηναίος», «Άμλετ», «Τρικυμία» κ.ά.) φέρουν -αυτούσια σε ορισμένες περιπτώσεις- αποσπάσματα έργων των αρχαίων τραγικών, αλλά και «κάτι από το έργο και τον πολιτισμό και την εποχή που τα δημιούργησε».
Παρ” όλα αυτά, το νεότερο ελληνικό θέατρο των δυο τελευταίων αιώνων δεν κατάφερε να ενσωματώσει σκηνικά την «αγγλικότητα» του Σαίξπηρ. Οι Έλληνες θεατράνθρωποι και το κοινό είναι κυτταρικά πιο κοντά στον Σοφοκλή και τον Ευριπίδη παρά στον …«ξένο, βόρειο, Ελισαβετιανό βάρδο». Και …δεν είναι μόνο η συνέχεια της γλώσσας που τους συνδέει με τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, αλλά η συν-βίωση της ίδιας φύσης, γεωγραφίας, του ίδιου ήλιου και κλιματολογικών επιρροών με τους ποιητικούς προγόνους τους. Δεν είναι τυχαίο, ότι η διαφορετική αίσθηση του χιούμορ που επικρατεί -ανέκαθεν- στη ..Γηραιά Αλβιώνα δεν επέτρεψε ποτέ το ανέβασμα λ.χ έργου του Αριστοφάνη στην Ιρλανδία.
Τα παραπάνω δεν υποβαθμίζουν βεβαίως τη μέγιστη συμβολή του Βρετανού βάρδου στη διεθνή δραματουργία, το φιλοσοφικό, φιλολογικό, θεατρολογικό μεγαλείο των έργων του και την ανάγκη και των Ελλήνων θεατραναθρώπων να επιστρέφουν πάντα στο έργο του Σαίξπηρ, να επιχειρούν νέες θεατρικές μεταφράσεις και προσαρμογές του στα νέα χρονολογικά αλλά και κοινωνιολογικά δεδομένα, και να συμπεριλαμβάνουν (ιδιώτες και κρατικές σκηνές) συνεχώς έργα του στο ρεπερτόριό τους.
«Η σχέση του Σαίξπηρ με την Κλασική και Σύγχρονη Ελλάδα» ήταν το θέμα του Διεθνούς συμποσίου, που διοργάνωσε το Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ, με την ευκαιρία της επετείου των 400 χρόνων από τον θάνατο του μεγάλου ποιητή και δραματουργού Ουίλλιαμ Σαίξπηρ (1616-2016).

ImageHandler

Στο κατάμεστο (κυρίως από φοιτητές του τμήματος Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ) αμφιθέατρο του Τελλογλείου ιδρύματος του ΑΠΘ μετείχαν με εισηγήσεις τους (στην αγγλική γλώσσα και με απευθείας μετάφραση που «προσέφεραν» στο μεγαλύτερο μέρος του συμποσίου οι απόφοιτοι του διατμηματικού προγράμματος σπουδών διερμηνείας και μετάφρασης του ΑΠΘ), σημαντικοί ξένοι μελετητές από τα πανεπιστήμια του Γιορκ (Βρετανία), του Μονπελιέ, της Βιρτζίνια κ.α, αλλά και Έλληνες συνάδελφοι τους (Τίνα Κροντήρη:»Οι σαιξπηρικές παραστάσεις του Κάρολου Κουν: Προβλήματα στην πολιτιστική ενσωμάτωση του βάρδου», Διονύσης Καψάλης «Δοκιμάζοντας τον ήχο των λέξεων: «μεταφράζοντας τον Σαίξπηρ», Δήμητρα Δεληπαναγιώτη: «Η απεικόνιση-κατασκευή της θηλυκότητας στις ελληνικές μεταφράσεις των έργων του Σαίξπηρ») καθώς και οι καλλιτεχνικοί διευθυντές του Εθνικού Θέατρου Στάθης Λιβαθηνός και του ΚΘΒΕ, Γιάννης Αναστασάκης (όπως αναφέρθηκε σε εκτενή εισήγηση του -συνοδεία βίντεο αποσπασμάτων από «σαιξπηρικές» παραστάσεις του ΚΘΒΕ, η δεύτερη κρατική σκηνή παρουσίασε στα 55 χρόνια από την ίδρυσή της συνολικά 29 παραστάσεις Σαιξπηρικών έργων -μία ανά διετία με …»επικρατέστερα» έργα τον «Άμλετ» που σκηνοθετήθηκε και στα τρία ανεβάσματά του από ξένους σκηνοθέτες, τον «Οθέλο», και τον «Βασιλιά Ληρ»).
Στην έμμεση σχέση (μέσω της μετάφρασης στα λατινικά ή σε ευρωπαϊκές καθομιλούμενες γλώσσες, διάφορα είδη της λογοτεχνικής μίμησης, κλπ) των ύστερων έργων του Σαίξπηρ κυρίως με ελληνικά ρομαντικά πεζογραφήματα, όπως τα «Αιθιοπικά» του Ηλιόδωρου και «Τα κατά Λευκίππην και Κλειτοφώντα» του Αχιλλέως Τάτιου αναφέρθηκε ο ομοτιμος καθηγητής του πανεπιστημίου «Πώλ Βαλερύ» του Μονπελιέ Yves Peyr?, τονίζοντας ότι «η εμμεσότητα δεν σημαίνει κατ “ανάγκη διαστρέβλωση ή διάλυση, αλλά μπορεί να είναι, δημιουργική», και η απόπειρα να ακολουθήσουμε τις διαδρομές της μετάδοσης μπορεί περιστασιακά να οδηγήσει, πίσω στον Όμηρο και τις ελληνικές τραγωδίες».

ploutarxos

«Ο Σαίξπηρ έμαθε από τον Πλούταρχο να γράφει τραγωδίες» («δεν έχουμε απλώς επιρροή αλλά σχεδόν συνεργασία στη γραφή», «έγραφε τον “Ιούλιο Καίσαρα” και τον “Κοριολανό’, έχοντας δίπλα του τα “Ηθικά” και τους “Βίους” του Πλουτάρχου -βιβλίο που αγόρασε 14 σελίνια -ποσό 30 φορές μεγαλύτερο από ενα κοινό βιβλίο…») έλεγε χαρακτηριστικά ο ομότιμος καθηγητής του πανεπιστημίου της Βιρτζίνια Gordon Braden.
Στην «ηχητικότητα» και την «ακουστική φαντασία των λέξεων που δημιουργεί ένα …ωττικό γεγονός», τις δυσκολίες στη μετάφραση αυτής της «ηχητικής φαντασίας» του Σαίξπηρ, και την ανάγκη εξεύρεσης νέου μετρικού σχήματος με την ανομοιοκαταληξία, που προκύπτει από τη μετάφραση, αναφέρθηκε ο ποιητής και μεταφραστής Διονύσης Καψάλης, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα το …πενταπλό «never-never-never-never-never» (του…»τίποτα» που εκφραζει το ποτέ» του «Βασιλιά Ληρ» στον θρήνο του, που «τον καθιστά -όπως είπε- μια «αρσενική Πιετά» κι εκφράζει ύστερα από 3.000 στίχους του έργου το αποκορύφωμα του δράματος, τον σκεπτικισμό του πρωταγωνιστή στη βιωσιμότητα των ανθρωπίνων αξιών»), και την «αρνητικότητα» του Βρετανού συγγραφέα, η οποία εκφράζεται στο συγκεκριμένο έργο με 120 λέξεις με αρνητικό πρόθεμα (un-worthy, un-holy, un-godly = αν-άξιος, αν-ίερος, α-σεβής κ.ά.) .
«Eίναι μόνο η γλώσσα που αλλάζει; Η μετάφραση είναι ένα είδος προσαρμογής -το θέμα είναι τα όρια μεταξύ προσαρμογής και μετάφρασης. Είναι εξάλλου τόσο οικουμενικά τα μηνύματα του Σαίξπηρ και τόσο εφήμερες οι μεταφράσεις, που αυτό αποτελεί κίνητρο για καινούργιες. Μόνο που ο Σαίξπηρ θα είναι πάντα καλύτερος από την όποια προσαρμογή και μετάφραση» είπε χαρακτηριστικά ο κ.Καψάλης.

upl56e8524b7e2de

Στο «φυσικό φαινόμενο που λέγεται Σαίξπηρ» αναφέρθηκε χαρακτηριστικά ο σκηνοθέτης – διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, Στάθης Λιβαθηνός, ο οποίος επικαλέστηκε τον μέγιστο Έλληνα φιλόλογο, Δημήτρη Μαρωνίτη – μεταφραστή (ως έργο ζωής) της Ιλιάδας του Ομήρου, ο οποίος του είπε: «Μόνον ένας μπορεί να συγκριθεί με το μεγαλείο του Ομήρου. Ο Σαίξπηρ…».
«Το πιο απλό και πιο δύσκολο συνάμα είναι το να “διηγηθείς” θεατρικά μια ιστορία, και δεν είναι τελικά η ιστορία, αλλά ο τρόπος που θα τη διηγηθείς… Στην Ελλάδα πρέπει να τα αναπαράγουμε όλα αυτά» έλεγε ο κ.Λιβαθηνός αναφερόμενος στην παράσταση του «Βασιλιά Ληρ», που σκηνοθέτησε προ οκταετίας στο ΚΘΒΕ και κλείνοντας απρόσμενα την εισήγησή του είπε πως… «με τον Σαίξπηρ πάντα αφήνω κάτι ανοιχτό, ημιτελές, γιατί πάντα θα επιστρέφω σ” αυτόν».
Στις έξι -όχι απόλυτα επιτυχημένες- παραγωγές θεατρικών έργων του Σαίξπηρ, σε σύνολο 250, του Κάρολου Κουν στο Θέατρο Τέχνης- αναφέρθηκε η καθηγήτρια του τμήματος Αγγλικής του ΑΠΘ, Τίνα Κροντήρη, υπογραμμίζοντας την «αγγλικότητα του Σαίξπηρ, στην οποία “σκόνταψε” ο μέγιστος Έλληνας θεατράνθρωπος και στις δυσκολίες ενσωμάτωσής του, ενώ επικαλούμενη άρθρο του Κάρολου Κουν στο περιοδικό «Θέατρο» της εποχής, στο οποίο ο Κουν, αφού κάνει την αυτοκριτική για την «αποτυχία» του να ενσωματώσει το σαιξπηρικό έργο στην ελληνική πραγματικότητα, καταλήγει χαρακτηριστικά λέγοντας πως: «Όσο αφρικανός κι αν είναι ο Οθέλλος, το μαχαίρι που χρησιμοποίησε είναι ελισαβετιανής προέλευσης».
Η ημερίδα ολοκληρώθηκε με συζήτηση και τέλος με μια μίνι παράσταση (μια σκηνή από τον «Βασιλιά Ερρίκο» του Σαίξπηρ, που ερμήνευσαν στα αγγλικά και τα ελληνικά και…απολύτως συμβολικά, υπό την καθοδήγηση του διευθυντή της δραματικής σχολής του ΚΘΒΕ -σκηνοθέτη Γιάννη Ρήγα, φοιτητές του τμήματος Αγγλικής του ΑΠΘ και της Δραματικής σχολής του ΚΘΒΕ).

pronews.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s