Τα πτώματα με την παλλόμενη καρδιά

Οι καρδιές τους χτυπάνε ακόμη. Τα σώματά τους δεν αποσυντίθεται και είναι ζεστά στην αφή. Το στομάχι τους μπορεί να γουργουρίζει, οι πληγές τους επουλώνονται και δεν αποκλείεται να ανεβάσουν πυρετό.

Κοκκινίζουν και ιδρώνουν, μπορούν ακόμη και να κυοφορήσουν.

Και όμως, σύμφωνα με τους περισσότερους νομικούς ορισμούς και τη συντριπτική πλειοψηφία των γιατρών αυτοί οι ασθενείς είναι αδιαμφισβήτητα νεκροί.
Τα πτώματα με την παλλόμενη καρδιά είναι εγκεφαλικά νεκροί άνθρωποι που έχουν ακόμη παλμό και τα εσωτερικά τους όργανα συνεχίζουν και λειτουργούν.

Οι ιατρικές δαπάνες που απαιτούνται για τη διατήρησή τους είναι αστρονομικές, περίπου 204 χιλιάδες ευρώ για μόλις λίγες εβδομάδες.

Με λίγη τύχη όμως και αρκετή βοήθεια, σήμερα είναι δυνατόν ένα σώμα να επιβιώσει για μήνες – ή σε σπάνιες περιπτώσεις για δεκαετίες ακόμη κι αν είναι τεχνικά νεκρό.

Πώς μπορεί να συμβαίνει ωστόσο κάτι τέτοιο και γιατί; Και κατ’ επέκταση πώς οι γιατροί γνωρίζουν ότι είναι πραγματικά νεκροί;

Πρόωρες ταφέςΤο να διαπιστώσουν αν κάποιος έχει όντως πεθάνει δεν ήταν ποτέ εύκολη υπόθεση. Τον 19ο αιώνα στη Γαλλία υπήρχαν περίπου τριάντα τρόποι για να αποφανθούν αν κάποιος ήταν νεκρός. Μερικές από τις πιο ακραίες πρακτικές ήταν να τοποθετούν τανάλιες στις θηλές ή βδέλλες στα οπίσθια.

Άλλοι προτιμούσαν να φωνάζουν τρεις φορές το όνομα του φαινομενικά νεκρού, αν δεν απαντούσε τότε πιθανότατα είχε αποδημήσει εις Κύριον. Όπως ήταν λογικό κανένας από τους παραπάνω τρόπους δεν επικροτούνταν από την ιατρική κοινότητα.

Το 1846 η Ακαδημία των Επιστημών στο Παρίσι προκήρυξε διαγωνισμό για την καλύτερη εργασία που θα αποδείκνυε τα σημάδια του θανάτου καθώς και τρόπους για την αποτροπή της ταφής ζωντανών ακόμη ανθρώπων.

Ένας νεαρός γιατρός αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του. Ήταν ο Eugène Bouchut ο οποίος υποστήριξε ότι αν η καρδιά ενός ατόμου είχε σταματήσει να χτυπάει, ήταν σίγουρα νεκρός. Πρότεινε μάλιστα τη χρήση του στηθοσκοπίου -που είχε τότε μόλις ανακαλυφθεί- για δύο συνεχόμενα λεπτά. Αν δεν υπήρχε καρδιοχτύπι τότε ο ασθενής ήταν νεκρός και μπορούσε να ταφεί.

«Κλινικός θάνατος»Ο Bouchut κέρδισε τον διαγωνισμό ενώ κατοχύρωσε και τον όρο «κλινικός θάνατος» που χρησιμοποιείται έκτοτε από το χώρο της επιστήμης μέχρι τις ταινίες και τα βιβλία.Ο Robert Veatch από το Ινστιτούτο Βιοηθικής Kennedy παραδέχεται ότι καθώς δεν υπήρχαν άλλοι τρόποι για να διαπιστωθεί αν κάποιος είναι νεκρός «αρκούσε να ελέγξει κάποιος τον καρδιακό παλμό ενός ασθενούς για να αποφασίσει αν πέθανε».

Μια τυχαία ανακάλυψη ωστόσο τη δεκαετία του ’20 θα περιέπλεκε και πάλι τα πράγματα.

Ένας ηλεκτρολόγος μηχανικός από το Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης ερευνούσε το θάνατο των ανθρώπων από ηλεκτροπληξία και το κατά πόσο αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει αντιστρόφως. Αν δηλαδή η σωστή τάση ρεύματος μπορούσε να επαναφέρει κάποιον που είχε πεθάνει. Ο William Kouwenhoven τα επόμενα 50 χρόνια ερευνούσε ακριβώς αυτήν την υπόθεση, η οποία τον οδήγησε στην εφεύρεση του απινιδωτή.

Αυτή ήταν και η πρώτη από μια σειρά επαναστατικών εφευρέσεων που θα ακολουθούσαν. Από τα σωληνάκια σίτισης και τους καθετήρες μέχρι τα μηχανήματα αιμοκάθαρσης. Για πρώτη φορά, μπορούσε κάποιος να παραμείνει ζωντανός ακόμη κι αν κάποια ζωτικά του όργανα υπολειτουργούσαν.

Η κατανόηση του θανάτου άρχιζε και χώλαινε. H ανακάλυψη του ηλεκτρο-εγκεφαλογράφου που χρησιμοποιούνταν για να εντοπίσουν την εγκεφαλική δραστηριότητα ανέτρεψε και πάλι τα δεδομένα.

Ανατροπή στα ιατρικά δεδομένα
Τη δεκαετία του ’50, γιατροί απ’ όλον τον κόσμο, άρχισαν να ανακαλύπτουν ότι ασθενείς που βρίσκονταν σε κώμα, δεν εμφάνιζαν καμία απολύτως εγκεφαλική δραστηριότητα. Στη Γαλλία το μυστήριο φαινόμενο ονομάστηκε «coma depasse» που περιγράφει μια κατάσταση μετά το κώμα.

Ήταν τα λεγόμενα πτώματα με παλλόμενη καρδιά, άνθρωποι των οποίων ο εγκέφαλος τους ήταν νεκρός αλλά τα σώματά τους όχι. Επρόκειτο για μία εντελώς ξεχωριστή κατηγορία ασθενών που ανέτρεπε επιστημονικά δεδομένα 5.000 ετών.

Έθετε νέα ερωτή

ατα σχετικά με το πώς μπορεί να προσδιοριστεί ο θάνατος και έγειρε φιλοσοφικά, ηθικά και νομικά ερωτήματα αναφορικά με την πιστοποίηση του θανάτου. «Υπάρχει μια σύγκρουση απόψεων ως προς το πώς τους αποκαλούν, αλλά νομίζω ότι ο όρος ασθενής είναι ο σωστός» λέει ο Eelco Wijdicks, νευρολόγος από το Ρότσεστερ της Μινεσότα.

Δεν πρέπει ωστόσο να τους συγχέει κανείς με οποιονδήποτε άλλο ασθενή βρίσκεται σε κωματώδη κατάσταση. Ένας ασθενής μπορεί να ξυπνήσει από το κώμα, όχι, αυτό όμως δε συμβαίνει με έναν εγκεφαλικά νεκρό ασθενή.

Πτώματα με παλλόμενη καρδιά

Ως εγκεφαλικά νεκρός ή όπως προαναφέρθηκε πτώμα με παλλόμενη καρδιά θεωρείται κάποιος του οποίου το στέλεχος του εγκεφάλου και για την ακρίβεια ο θάλαμος που ελέγχει την αναπνοή δεν λειτουργεί πια.

Ωστόσο άλλα όργανα, όπως η καρδιά δεν φαίνεται να επηρεάζονται από τον θάνατο του εγκεφάλου. Ο Alan Shewmon είναι ένας διακεκριμένος νευρολόγος του UCLA και σφοδρός επικριτής του όρου εγκεφαλικά νεκρός. Ο ίδιος εντόπισε τουλάχιστον 175 περιπτώσεις ανθρώπων όπου το σώμα τους επιβίωσε για καιρό μετά το θάνατο τους.

Σε ορισμένες περιπτώσεις η καρδιά τους χτυπάει και τα όργανά τους συνέχιζαν να λειτουργούν από μια εβδομάδα έως και 14 χρόνια. Πώς είναι όμως κάτι τέτοιο δυνατό;

Ορισμός του θανάτου
Σύμφωνα με τα επιστημονικά δεδομένα, δεν υπάρχει μια στιγμή θανάτου, αλλά πολλοί μικροί, διαδοχικοί θάνατοι, όπου κάποια λειτουργία καταρρέει κάθε φορά. «Το να επιλέξεις έναν ορισμό του θανάτου είναι στην ουσία ένα θρησκευτικό ή φιλοσοφικό ερώτημα», λέει ο Veatch.

Στο πέρασμα των αιώνων, στρατιώτες, χασάπηδες και δήμιοι παρατηρούσαν τον τρόπο που συγκεκριμένα μέλη του ανθρώπινου σώματος συνέχιζαν να κινούνται ακόμη και μετά από τον αποκεφαλισμό ή τον τεμαχισμό. Πολύ πριν ανακαλυφθεί η μηχανική υποστήριξη, οι γιατροί του 19ο αιώνα είχαν διαπιστώσει ότι η καρδιά ενός ασθενούς που είχε σταματήσει να ανασαίνει, μπορούσε να χτυπά για ώρες μετά την κατάληξη.

Μερικές φορές, αυτή η αργή πτώση των καρδιακών παλμών μπορεί να είχε ανησυχητικές συνέπειες. Το «φαινόμενο του Λαζάρου» αναφέρθηκε για πρώτη φορά το 1984. Πρόκειται για τις αντανακλαστικές λειτουργίες ενός πτώματος που το κάνει να σηκώνει τα χέρια, ή να κάνει κάποια άλλη κίνηση.

Αυτό συμβαίνει από τη διαμεσολάβηση του εγκεφάλου στα λεγόμενα «αντανακλαστικά τόξα», που στέλνουν και λαμβάνουν μηνύματα από τον εγκέφαλο μέσω της σπονδυλικής στήλης.Έχει επίσης διαπιστωθεί ότι τα εγκεφαλικά κύτταρα και τα κύτταρα του δέρματος παραμένουν ζωντανά για μέρες μετά τον θάνατο ενός ανθρώπου.

Ακόμη και τα γονίδια μας παραμένουν ζωντανά πολύ μετά την τελευταία μας ανάσα. Οι επιστήμονες ανακάλυψαν μόλις φέτος ότι τα γονίδια που σχετίζονται με την αντιμετώπιση του στρες ακόμη και με την εμβρυϊκή ανάπτυξη παραμένουν ενεργά ακόμη και μετά το θάνατο.

Οι νευρώνες είναι κατασκευές υψηλής συντήρησης, επειδή παραμένουν ενεργοί για όλη τη διάρκεια της ζωής. Πρόκειται για μηχανές που δεν σταματούν ποτέ να δουλεύουν. Αν σταματήσει η τροφοδότηση με οξυγόνο, οι νευρώνες συνεχίζουν να κάνουν ό,τι έχουν μάθει να κάνουν. Κάτι που οδηγεί στο αρχικό ερώτημα. Αν η καρδιά εξακολουθεί να χτυπάει, πώς μπορούν να ξέρουν με σιγουριά οι γιατροί ότι κάποιος έχει πεθάνει;

Ιατρικά παράδοξα
Καταρχήν οι γιατροί εντοπίζουν αν υπάρχει ακόμη εγκεφαλική λειτουργία, σύμφωνα με το bbc. Ωστόσο κι εκεί υπάρχει πρόβλημα καθώς μπορεί το αλκοόλ, η αναισθησία, ορισμένες ασθένειες (όπως η υποθερμία) και πολλά φάρμακα συμπεριλαμβανομένου του Valium να «κλείσουν» τη δραστηριότητα του εγκεφάλου, κάνοντας τους γιατρούς να πιστέψουν ότι ο ασθενής είναι νεκρός.

Ένας από τους τρόπους να ξεκαθαριστεί κάτι τέτοιο είναι η ανάγκη μηχανικής υποστήριξης της αναπνοής που εάν δεν αποκατασταθεί σε κάποιο χρονικό διάστημα, ο ασθενής θεωρείται νεκρός. Η περίπτωση της Marlise Munoz στο Τέξας, το 2013 έγειρε πολλά ερωτήματα καθώς ήταν η πρώτη ασθενής που διαπιστώθηκε ότι ήταν έγκυος ενώ ήταν εγκεφαλικά νεκρή.

Η ίδια είχε αρνηθεί τη μηχανική υποστήριξη ωστόσο το νοσοκομείο απέρριψε το αίτημά της μετά το θάνατό της. Κι αυτό γιατί σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο του Τέξας, μια έγκυος ασθενής χάνει τα δικαιώματα της εφόσον έχει πεθάνει. Τέτοια παραδείγματα είναι εξαιρετικά σπάνια, καθώς έχουν αναφερθεί περίπου 30 περιπτώσεις μεταξύ του 1982 και του 2010.

Η επιλογή της μητέρας και τα δικαιώματα του αγέννητου μωρού έρχονται σε ρήξη και εκεί τίθεται και το ερώτημα, κατά πόσο έχουμε δικαιώματα πάνω στο σώμα μας όταν έχουμε εγκεφαλικά πεθάνει;

Τα δικαιώματα των νεκρών
Στις ΗΠΑ ωστόσο ακόμη και ένας νεκρός ασθενής έχει δικαιώματα και πρέπει η αναπνοή, η καρδιά και ο εγκέφαλος να σταματήσουν ταυτόχρονα για να θεωρηθεί νεκρός. Η ενδιάμεση κατάσταση είναι που δημιουργεί τα σοβαρότερα προβλήματα σε ό,τι αφορά κυρίως και τη δωρεά οργάνων.

Για αυτό το λόγο προτείνεται ένας άνθρωπος να θεωρείται νεκρός όχι όταν η καρδιά του σταματάει να χτυπά ή όταν σταματάει να ανασαίνει, αλλά όταν χάνει την ιδιοκτησία της προσωπικότητάς του. Αυτό θα μπορούσε να ανοίξει και το δρόμο στις δωρεές οργάνων.

Οι γιατροί των μεταμοσχεύσεων θα μπορούν να αποκτούν πρόσβαση σε περισσότερους εν δυνάμει δότες, ενώ θα αυξάνονται και οι πιθανότητες σωτηρίας πολλών ανθρώπων που βρίσκονται σε λίστα αναμονής.

Ο θάνατος εν τέλει δεν είναι ένα γεγονός, είναι μια διαδικασία – αλλά μετά από χιλιάδες χρόνια προσπαθειών, ακόμα ψάχνουμε για κάτι πιο οριστικό.

Και από ό,τι φαίνεται η αναζήτηση δεν πρόκειται να τελειώσει σύντομα.

ΠΗΓΗ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s