Richard Dawkins – Το επιχείρημα για τη θρησκευτική πίστη διακεκριμένων επιστημόνων

Η συντριπτική πλειονότητα των διαπρεπών διανοητών δεν πιστεύει στη χριστιανική θρησκεία, αλλά αποφεύγουν να το αποκαλύψουν δημοσίως επειδή φοβούνται μήπως χάσουν το εισόδημά τους. —BERTRAND RUSSELL

«Ο Νεύτων ήταν θρήσκος. Ποιος είσαι εσύ που θα βάλεις τον εαυτό σου πάνω από τον Νεύτωνα, τον Γαλιλαίο, τον Kepler και τόσους άλλους; Αν άνθρωποι σαν αυτούς δεν είχαν πρόβλημα με τον Θεό, πώς τολμάς να έχεις εσύ;».

Μολονότι δεν αλλάζουν τίποτα σε ένα επιχείρημα τόσο σαθρό ήδη, μερικοί απολογητές της θρησκείας προσθέτουν στον κατάλογο ακόμη και το όνομα του Δαρβίνου, για τον οποίο ακούγονται επίμονες —αν και ολοφάνερα ψευδείς— φήμες ότι δήθεν μετανόησε στο νεκροκρέβατό του,* αφότου άρχισε να τις διαδίδει σκοπίμως κάποια «λαίδη Hope»** —η οποία σκάρωσε τη συγκινητική και απίθανη ιστορία με τον Δαρβίνο γερμένο στο προσκέφαλο να ξεφυλλίζει στο απογευματινό φως την Καινή Διαθήκη και να εξομολογείται ότι όλη η υπόθεση της εξέλιξης ήταν ένα λάθος. Σε αυτή την ενότητα θα επικεντρωθώ κυρίως στους επιστήμονες, διότι —για ευκόλως εννοούμενους λόγους— αυτούς συνήθως επιλέγουν όσοι κατονομάζουν με υπερηφάνεια διαπρεπείς ανθρώπους ως υποδείγματα θρησκευτικότητας.

Ο Νεύτων πράγματι δήλωνε θρησκευόμενος. Και έτσι έκαναν σχεδόν όλοι έως —πράγμα ιδιαίτερα σημαντικό, κατά τη γνώμη μου— τον 19ο αιώνα, οπότε άρχισαν να υποχωρούν οι κοινωνικές και δικαστικές πιέσεις για την καθομολόγηση πίστης και να αυξάνονται τα επιστημονικά στοιχεία που υποστήριζαν την εγκατάλειψή της. Υπήρξαν φυσικά και εξαιρέσεις, προς αμφότερες τις κατευθύνσεις. Ακόμη και πριν από τον Δαρβίνο δεν ήταν όλοι θρήσκοι, όπως αποδεικνύει ο James Haught στο βιβλίο του 2000 Years of Disbelief: Famous People with the Courage to Doubt (Δυο χιλιάδες χρόνια σκεπτικισμού. Διάσημοι άνθρωποι με το θάρρος της αμφισβήτησης). Εξάλλου, κάποιοι διακεκριμένοι επιστήμονες συνέχισαν να πιστεύουν και μετά τον Δαρβίνο.

Δεν έχουμε κανένα λόγο να αμφισβητήσουμε ότι ο Michael Faraday πίστευε βαθιά στο χριστιανισμό, ίσως ακόμη και αφού πληροφορήθηκε το έργο του Δαρβίνου. Ο Faraday ήταν μέλος της σαντεμανιανής αίρεσης,* οι οπαδοί της οποίας πίστευαν (παρατατικός χρόνος, αφού έχουν σχεδόν εκλείψει πλέον) στην κυριολεκτική ερμηνεία της Βίβλου, έπλεναν τελετουργικά τα πόδια των νέων προσηλύτων και τραβούσαν κλήρους για να μάθουν το θέλημα του Θεού. Ο Faraday έγινε πρεσβύτερος της αίρεσης το 1860, ένα χρόνο μετά τη δημοσίευση της Καταγωγής των ειδών, και πέθανε ως σαντεμανιανός το 1867.

Ο James Clerk Maxwell, θεωρητικός ομόλογος του πειραματικού Faraday, ήταν επίσης ευσεβής χριστιανός, όπως και ο άλλος πυλώνας της βρετανικής φυσικής του 19ου αιώνα, ο William Thomson (λόρδος Kelvin), ο οποίος μάλιστα προσπάθησε να δείξει ότι η εξέλιξη αποκλειόταν ως ενδεχόμενο λόγω έλλειψης επαρκούς χρόνου. Οι λανθασμένες χρονολογήσεις του μεγάλου θεωρητικού της θερμοδυναμικής οφείλονταν στην παραδοχή ότι ο Ήλιος, ως ένα είδος φωτιάς, έκαιγε καύσιμα τα οποία λογικώς έπρεπε να εξαντληθούν σε δεκάδες —και όχι σε χιλιάδες— εκατομμύρια χρόνια.

Φυσικά, την εποχή του λόρδου Kelvin η πυρηνική ενέργεια ήταν άγνωστη. Ευτυχώς όμως, κατά τη συνάντηση της Βρετανικής Ένωσης το 1903, έλαχε στον σερ George Darwin, τον δεύτερο γιο του Δαρβίνου, να δικαιώσει τον πατέρα του —ο οποίος δεν είχε χριστεί ιππότης—, επικαλούμενος την ανακάλυψη του ραδίου από το ζεύγος Curie, και να ανατρέψει έτσι τους παλαιότερους υπολογισμούς τού εν ζωή ακόμα λόρδου Kelvin.

Καθώς προχωρούμε στον 20ό αιώνα, συναντιόνται όλο και πιο σπάνια μεγάλοι επιστήμονες οι οποίοι να δηλώνουν θρήσκοι. Έχω την υποψία ότι οι περισσότεροι από τους πλέον πρόσφατους κορυφαίους επιστήμονες είναι θρήσκοι μόνο με την αϊνσταΐνεια έννοια, και τούτο, όπως υποστήριξα στο Κεφάλαιο 1, αποτελεί κακή χρήση του όρου. Εντούτοις, υπάρχουν κάποιοι όντως καλοί επιστήμονες οι οποίοι είναι επίσης ειλικρινώς θρήσκοι, με την κυριολεκτική, παραδοσιακή έννοια της λέξης.

Μεταξύ των σύγχρονων βρετανών επιστημόνων, τρία ονόματα ακούγονται μονίμως: Peacocke, Stannard και Polkinghorne. Και οι τρεις τους είτε έχουν κερδίσει το βραβείο Templeton είτε ανήκουν στο διοικητικό συμβούλιο του Ιδρύματος Templeton. Ύστερα από φιλικές συζητήσεις, δημόσιες και ιδιωτικές, που είχα με όλους τους, εξακολουθώ να απορώ, όχι τόσο για την πίστη τους στην ύπαρξη κάποιου είδους κοσμικού νομοθέτη, αλλά για την πίστη τους στις λεπτομέρειες της χριστιανικής θρησκείας: ανάσταση νεκρών, άφεση αμαρτιών και όλα τα σχετικά.

Αντίστοιχες περιπτώσεις υπάρχουν και στις ΗΠΑ, όπως για παράδειγμα ο Francis Collins, ο διοικητικός διευθυντής του αμερικανικού κλάδου του επίσημου Προγράμματος για τη Χαρτογράφηση του Ανθρώπινου Γονιδιώματος.* Εντούτοις, όπως συμβαίνει και στη Βρετανία, αποτελούν «σπάνιο είδος» και αρκετά συχνά προκαλούν τη θυμηδία των συναδέλφων τους στην ακαδημαϊκή κοινότητα. Το 1996 πήρα συνέντευξη από το φίλο μου James Watson, τη μεγαλοφυΐα που έθεσε τα θεμέλια του Προγράμματος για τη Χαρτογράφηση του Ανθρώπινου Γονιδιώματος, στον κήπο του Κολεγίου Clare στο Καίμπριτζ, για τους σκοπούς ενός ντοκιμαντέρ τού BBC, με θέμα τον Gregor Mendel, τη μεγαλοφυΐα που θεμελίωσε την ίδια τη γενετική.

Ο Mendel, ως αυγουστινιανός μοναχός, ήταν φυσικά θρήσκος· ας μην ξεχνάμε όμως ότι έζησε τον 19ο αιώνα, όταν το μοναχικό σχήμα αποτελούσε τον ευκολότερο τρόπο για να εργαστεί κανείς στην επιστήμη του: ήταν το αντίστοιχο μιας σημερινής υποτροφίας για έρευνα. Ρώτησα τον Watson εάν γνώριζε πολλούς σύγχρονους επιστήμονες που είναι θρήσκοι. Απάντησε: «Ουσιαστικά κανέναν. Πότε πότε συναντώ κάποιον και αισθάνομαι λίγο αμήχανος (γελά), επειδή, ξέρεις, δεν μπορώ να πιστέψω ότι υπάρχουν άνθρωποι που αποδέχονται εξ αποκαλύψεως αλήθειες».

Ο Francis Crick, ο συνθεμελιωτής, μαζί με τον Watson, όλης της επανάστασης στη μοριακή γενετική, παραιτήθηκε από τη θέση του ως εταίρου του Κολεγίου Churchill στο Καίμπριτζ, λόγω της απόφασης του κολεγίου να χτίσει παρεκκλήσι (κατ’ εντολήν ενός από τους ευεργέτες). Στη συνέντευξη που πήρα από τον Watson στο Κολέγιο Clare, του επισήμανα ότι, σε αντίθεση προς τον ίδιο και τον Crick, μερικοί άνθρωποι δεν διαπιστώνουν καμιά αντίφαση μεταξύ θρησκείας και επιστήμης, διότι, όπως ισχυρίζονται, η επιστήμη ασχολείται με το πώς λειτουργούν τα πράγματα, ενώ η θρησκεία με το σκοπό για ποτέ σκοπό. Είμαστε απλώς προϊόντα της εξέλιξης. Ίσως κάποιος να μου έλεγε: “Πω πω, η ζωή σου πρέπει να είναι πολύ άχαρη αν δεν πιστεύεις ότι υπάρχει κάποιος σκοπός”. Εγώ όμως προσβλέπω σε ένα ωραίο μεσημεριανό». Και, όντως, απολαύσαμε μαζί ένα ωραίο γεύμα.

Οι απέλπιδες προσπάθειες των απολογητών της θρησκείας να ανακαλύψουν πραγματικά διακεκριμένους επιστήμονες οι οποίοι είναι επίσης θρήσκοι δίνουν ολοφάνερα την εντύπωση αναζήτησης «βελόνας στα άχυρα». Η μόνη σχετική ιστοσελίδα που κατάφερα να βρω ισχυριζόταν ότι περιείχε έναν κατάλογο «χριστιανών επιστημόνων κατόχων βραβείου Νόμπελ», αλλά τελικά περιείχε μόνο έξι ονόματα, από ένα σύνολο μερικών εκατοντάδων επιστημόνων βραβευμένων με Νόμπελ. Από αυτούς τους έξι μάλιστα, οι τέσσερις δεν είναι καν νομπελίστες· και γνωρίζω με απόλυτη βεβαιότητα ότι τουλάχιστον ο ένας από αυτούς δεν είναι γνήσιος πιστός, αλλά εκκλησιάζεται αποκλειστικά για κοινωνικούς λόγους. Μια πιο συστηματική μελέτη τού Benjamin Beit-Hallahmi βρήκε ότι «μεταξύ των κατόχων βραβείου Νόμπελ, τόσο για τις επιστήμες όσο και για τη λογοτεχνία, ο βαθμός θρησκευτικότητας ήταν αξιοσημείωτα μικρός, σε σύγκριση με τους πληθυσμούς της προέλευσής τους».

Μια μελέτη των Larson και Witham, δημοσιευμένη το 1998 στο κορυφαίο περιοδικό Nature, έδειξε ότι, από τους αμερικανούς επιστήμονες οι οποίοι θεωρούνται από τους ομοτίμους τους ως αρκετά διακεκριμένοι ώστε να εκλεγούν στην Εθνική Ακαδημία Επιστημών (NAS) των ΗΠΑ (το αντίστοιχο των εταίρων της Βασιλικής Εταιρείας της Βρετανίας), μόνο το 7% περίπου πιστεύει σε κάποιον προσωπικό Θεό.

Αυτή η σαρωτική επικράτηση των αθεϊστών αποτελεί το ακριβώς αντίθετο του προφίλ του ευρύτερου αμερικανικού πληθυσμού, ο οποίος σε ποσοστό 90% πιστεύει σε κάποιο είδος υπερφυσικού όντος. Το ποσοστό για τους λιγότερο διακεκριμένους επιστήμονες, οι οποίοι δεν έχουν εκλεγεί στη NAS, είναι ενδιάμεσο. Όπως και στο δείγμα των περισσότερο διαπρεπών, οι θρησκευόμενοι αποτελούν και εδώ μειονότητα —αλλά λιγότερο εντυπωσιακή, της τάξεως του 40%. Ακριβώς ό,τι περίμενα: οι αμερικανοί επιστήμονες είναι λιγότερο θρήσκοι από τον συνολικό αμερικανικό πληθυσμό, και οι πλέον διακεκριμένοι επιστήμονες είναι οι λιγότερο θρήσκοι απ’ όλους. Εντύπωση προκαλεί η εκ διαμέτρου αντίθεση μεταξύ θρησκευτικότητας του αμερικανικού πληθυσμού γενικότερα και αθεϊσμού της ελίτ των διανοουμένων.

Είναι κάπως αστείο το γεγονός ότι η βασική ιστοσελίδα των δημιουργιστών, με όνομα Answers in Genesis (Απαντήσεις στη Γένεση), αναφέρει τη μελέτη των Larson και Witham όχι ως ένδειξη ότι κάτι δεν πάει καλά με τη θρησκεία, αλλά ως όπλο στην εσωτερική τους διαμάχη με αντίπαλους απολογητές της θρησκείας, οι οποίοι υποστηρίξουν ότι η εξέλιξη είναι συμβατή με τη θρησκεία. Υπό τον εκπληκτικό τίτλο «Η NAS είναι άθεη ως το κόκαλό», η εν λόγω ιστοσελίδα μνημονεύει ασμένως την καταληκτική παράγραφο της επιστολής των Larson και Witham προς τον επιμελητή τού Ναture:

Ενώ συγκεντρώναμε τα ευρήματα μας, η NAS εξέδωσε ένα φυλλάδιο με το οποίο ενθάρρυνε τη διδασκαλία της εξέλιξης στα δημόσια σχολεία, πράγμα που αποτελεί μόνιμο σημείο τριβής ανάμεσα στην επιστημονική κοινότητα και σε μερικούς συντηρητικούς χριστιανούς στις ΗΠΑ. Το φυλλάδιο διαβεβαιώνει τους αναγνώστες: «Η ύπαρξη ή μη του Θεού αποτελεί ερώτημα απέναντι στο οποίο η επιστήμη τηρεί ουδετερότητα». Επίσης, ο Bruce Alberts, πρόεδρος της NAS, δήλωσε: «Πολλά εξέχοντα μέλη αυτής της ακαδημίας είναι βαθιά θρησκευόμενοι άνθρωποι, άτομα που πιστεύουν στην εξέλιξη· πολλοί δε εξ αυτών είναι βιολόγοι». Η δική μας έρευνα υποστηρίξει το αντίθετο.

Έχει κανείς την αίσθηση ότι ο Alberts ενστερνίζεται τις ΝΟΜΑ, για τους λόγους που ανέλυσα στην ενότητα με επικεφαλίδα «Η σχολή εξελικτικών Neville Chamberlain.Aλλά η ιστοσελίδα Answers in Genesis έχει πολύ διαφορετικούς στόχους.

Αντίστοιχη της NAS των ΗΠΑ είναι για τη Βρετανία (και για την Κοινοπολιτεία, που περιλαμβάνει τον Καναδά, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία την Ινδία, το Πακιστάν, την αγγλόφωνη Αφρική κ.λπ.) η Βασιλική Εταιρεία. Καθώς τούτο το βιβλίο όδευε προς το τυπογραφείο,       οι συνάδελφοί  R,Elisabeth Cornwell και Michael Stirrat συνέταξαν τη δική τους ανάλογη —αλλά περισσότερο διεξοδική— μελέτη σχετικά με τις θρησκευτικές απόψεις των εταίρων της Βασιλικής Εταιρείας.

Τα συμπεράσματα των συγγραφέων θα δημοσιευτούν συνολικά αλλού, αλλά μου παραχώρησαν ευγενικά την άδεια να αναφέρω μερικά πρώτα ενδεικτικά αποτελέσματα τους εδώ. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν μια τυπική τεχνική διαβάθμισης στάσεων, την κλίμακα τύπου Lickert με επτά σημεία. Τα ερωτηματολόγια εστάλησαν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε όσους εκ των 1.074 εταίρων της Βασιλικής εταιρίας διέθεταν ηλεκτρονική διεύθυνση (δηλαδή στη μεγάλη πλειονότητα), και απάντησε περίπου το 23% (ένα σχετικώς καλό ποσοστό για τέτοιου είδους μελέτη). Το ερωτηματολόγιο περιείχε διάφορες προτάσεις, όπως: «Πιστεύω σε έναν προσωπικό Θεό, δηλαδή σε έναν Θεό ο οποίος ενδιαφέρεται ατομικά για τους ανθρώπους, εισακούει και απαντά σε προσευχές, ασχολείται με την αμαρτία και με τα ανομήματα και κρίνε τους ανθρώπους». Για κάθε πρόταση, έπρεπε να επιλέξουν έναν αριθμό από το 1 (για την έκφραση πλήρους διαφωνίας με την πρόταση) έως το 7 (για την έκφραση της πλήρους συμφωνίας τους).

Είναι κάπως δύσκολο να συγκρίνει κανείς ευθέως τα αποτελέσματά τους με εκείνα της έρευνας των Larson και Witham, καθώς οι Larson και Witham έδωσαν στους δικούς τους ακαδημαϊκούς μια κλίμακα με τρία μόνο σημεία και όχι επτά, αλλά η γενική τάση είναι η ίδια: Η συντριπτική πλειονότητα των εταίρων της Βασιλικής Εταιρείας, όπως και η συντριπτική πλειονότητα των ακαδημαϊκών στις ΗΠΑ, είναι άθεοι. Μόνο το 3,3% των εταίρων συμφώνησε με την πρόταση ότι υπάρχει ένας προσωπικός Θεός (δηλαδή επέλεξαν το 7 της κλίμακας), ενώ το 78,8% διαφώνησε πλήρως (δηλαδή επέλεξαν το 1). Αν ορίσει κανείς ως «πιστούς» όσους επέλεξαν το 6 ή το 7 και ως «μη πιστούς» εκείνους που επέλεξαν το 1 ή το 2, τότε διαπιστώνει τη συντριπτική διαφορά: 213 άθεοι έναντι 12 μόνο πιστών. Όπως είχαν διαπιστώσει οι Larson και Witham, αλλά και οι Beit-Hallahmi και Argyle, οι Cornwell και Stirrat βρήκαν επίσης ότι υπήρχε μια μικρή αλλά στατιστικώς σημαντική τάση των επιστημόνων των βιολογικών πεδίων να είναι ακόμη περισσότερο άθεοι απ’ ό,τι οι επιστήμονες των φυσικών επιστημών. Για περισσότερες λεπτομέρειες, και για όλα τα πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματά τους, μπορείτε να αναζητήσετε το άρθρο τους μόλις δημοσιευτεί.

Προχωρώντας πέρα από την επιστημονική ελίτ της NAS και της Βασιλικής Εταιρείας, μπορούμε να αναρωτηθούμε αν υπάρχουν καθόλου στοιχεία που να δείχνουν ότι και στον γενικό πληθυσμό οι άθεοι προέρχονται κυρίως από ομάδες με υψηλότερο επίπεδο μόρφωσης και νοημοσύνης. Έχουν δημοσιευτεί αρκετές ερευνητικές εργασίες για τη στατιστική σχέση θρησκευτικού συναισθήματος και επιπέδου εκπαίδευσης, ή θρησκευτικού συναισθήματος και δείκτη νοημοσύνης.

Ο Michael Shermer, στο βιβλίο του How We Believe: The Search for God in an Age of Science (Πώς πιστεύουμε. Η αναζήτηση του Θεού σε μια εποχή επιστήμης), αναλύει τα αποτελέσματα μιας μεγάλης δημοσκόπησης σε τυχαίως επιλεγμένο δείγμα Αμερικανών την οποία διεξήγαγε μαζί με το συνεργάτη του Frank Sulloway. Ανάμεσα στα πολλά ενδιαφέροντα ευρήματά τους συγκαταλέγεται και η ανακάλυψη ότι η θρησκευτική πίστη έχει πράγματι αρνητική συσχέτιση με το επίπεδο εκπαίδευσης (οι περισσότερο μορφωμένοι άνθρωποι είναι λιγότερο πιθανό να πιστεύουν στον Θεό). Το θρησκευτικό συναίσθημα συσχετίζεται επίσης αρνητικά με το ενδιαφέρον για την επιστήμη και (ισχυρώς αρνητικά) με τις φιλελεύθερες πολιτικές πεποιθήσεις. Τίποτε από όλα αυτά δεν προκαλεί έκπληξη, ούτε και το γεγονός ότι υπάρχει θετική συσχέτιση μεταξύ της θρησκευτικής πίστης των ερωτώμενων και της θρησκευτικής πίστης των γονέων τους. Οι κοινωνιολόγοι που διεξάγουν μελέτες σε παιδιά Βρετανών έχουν βρει ότι μόνο 1 στα 12 παιδιά διαφοροποιείται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των γονέων του.

Όπως φαντάζεστε ίσως, οι διάφοροι ερευνητές διεξάγουν μετρήσεις με διαφορετικούς τρόπους, και επομένως είναι δύσκολο να συγκριθούν τα αποτελέσματα διαφορετικών μελετών. Η μεταανάλυση αποτελεί τεχνική με την οποία ο ερευνητής εξετάζει όλες τις ερευνητικές μελέτες που έχουν δημοσιευτεί σχετικά με κάποιο θέμα, και μετρά πόσες εργασίες έχουν καταλήξει στο ένα συμπέρασμα έναντι των εργασιών που έχουν συμπεράνει κάτι άλλο. Όσον αφορά το θέμα της θρησκείας και του δείκτη νοημοσύνης, η μόνη μεταανάλυση που γνωρίζω έχει δημοσιευτεί το 2002 από τον Paul Bell στο Mensa Magazine (η Mensa είναι η ένωση των ατόμων με υψηλό δείκτη νοημοσύνης, και το περιοδικό τους περιέχει σχετικά άρθρα). Ο Bell συμπέρανε: «Από σαράντα τρεις μελέτες που έχουν διεξαχθεί από το 1927 για τη σχέση μεταξύ θρησκευτικής πίστης και νοημοσύνης ή επιπέδου εκπαίδευσης, όλες, εκτός από τέσσερις, βρήκαν αρνητική συσχέτιση. Δηλαδή, όσο υψηλότερη είναι η νοημοσύνη ή το επίπεδο εκπαίδευσης κάποιου τόσο λιγότερες πιθανότητες υπάρχουν να είναι θρήσκος ή να διατηρεί “πίστεις” οποιοσδήποτε είδους».

Μια μετααναλυτική μελέτη είναι σχεδόν αναπόφευκτα λιγότερο συγκεκριμένη απ’ όσο οι μελέτες που αποτελούν αντικείμενό της. Θα έπρεπε να διεξάγονται περισσότερες έρευνες πάνω σε αυτό το θέμα, καθώς και περισσότερες έρευνες μεταξύ μελών κορυφαίων οργανισμών —όπως άλλων εθνικών ακαδημιών— και μεταξύ κατόχων σημαντικών βραβείων και μεταλλίων —όπως του Νόμπελ, του Crafoord, του Fields, του Kyoto, του Cosmos κ.ά. Ελπίζω οι μελλοντικές εκδόσεις τούτου του βιβλίου να περιλαμβάνουν και τέτοια δεδομένα.

Ένα λογικό συμπέρασμα που προκύπτει από τις υπάρχουσες έρευνες είναι ότι οι απολογητές της θρησκείας, τουλάχιστον όσον αφορά τους επιστήμονες, καλά θα κάνουν να φωνασκούν λιγότερο απ’ όσο συνηθίζουν όταν τίθεται το θέμα των αξιοσέβαστων προτύπων μίμησης

 ***

* Έως και εμένα έχουν τιμήσει με προφητείες ότι τάχα θα μετανοήσω στο νεκροκρέβατό μου. Επαναλαμβάνονται μάλιστα με μονότονη κανονικότητα (βλ., παραδείγματος χάριν, Steer 2003), και κάθε επανάληψη προσπαθεί να πείσει ότι είναι πνευματώδης και πρωτότυπη. Ίσως πρέπει να λάβω προληπτικά μέτρα για να προστατεύσω τη μεταθανάτια φήμη μου. Η Lalla Ward προσθέτει: «Γιατί να μπλέκει κανείς με νεκροκρέβατα; Αν πρόκειται να προδώσεις τις αρχές σου, κάνε το εγκαίρως για να κερδίσεις και το βραβείο Templeton, και ύστερα απόδωσέ το σε γεροντική άνοια».

** Πρόκειται για την αγγλίδα ευαγγελική Elizabeth Hope (1842-1922), η οποία το 1915 ισχυρίστηκε ότι είχε επισκεφθεί τον Δαρβίνο, λίγο πριν από το θάνατό του. Η οικογένεια του Δαρβίνου όμως διέψευσε τους ισχυρισμούς της. (Σ.τ.μ.)

* Οι σαντεμανιανοί (Sandemanians) είναι αίρεση που αποσχίστηκε από τον πρεσβυτεριανό κλάδο της Εκκλησίας της Σκωτίας τον 17ο αιώνα. (Σ.τ.μ.)

* Δεν πρέπει να συγχέεται με το ανεπίσημο πρόγραμμα για τη χαρτογράφηση του ανθρώπινου γονιδιώματος, του οποίου επί κεφαλής είναι αυτός ο λαμπρός (και μη θρήσκος) «κουρσάρος» της επιστήμης, ο Craig Venter.

Richard Dawkins – Η περί Θεού αυταπάτη

πηγη

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s