Η μουσική μπορεί να αλλάξει τον εγκέφαλό σας

Ο Michael Jackson δεν είχε τραγουδήσει τυχαία ότι το «A,B,C» είναι «απλά όπως το ‘Do Re Mi». Η μουσική βοηθάει τα παιδιά να θυμηθούν βασικά δεδομένα όπως τη σειρά των γραμμάτων στην αλφάβητο, εν μέρει διότι τα τραγούδια βασίζονται σε θεμελιώδη συστήματα του εγκεφάλου μας που είναι ευαίσθητα στη μελωδία και στο ρυθμό.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Όταν κανείς παίζει μουσική, ασκεί τον εγκέφαλό του με έναν μοναδικό τρόπο.

«Πιστεύω πως υπάρχουν αρκετές αποδείξεις για να πούμε ότι η μουσική εμπειρία, η έκθεση στη μουσική, η μουσική άσκηση, όλα τα παραπάνω πράγματα αλλάζουν τον εγκέφαλό σου», λέει ο Δρ Charles Limb, επίκουρος καθηγητής Ωτορινολαρυγγολογίας και χειρουργικής κεφαλής και αυχένα στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins. «Σου επιτρέπει να σκεφτείς με τρόπο που δεν το συνήθιζες και επίσης εκγυμνάζει πολλές άλλες νοητικές ικανότητες που δεν έχουν σχέση με την ίδια τη μουσική».

Η σύνδεση μεταξύ μουσικής και εγκεφάλου είναι μάλιστα το αντικείμενο συμποσίου που διοργανώνεται στα πλαίσια του συνεδρίου της Ένωσης για Ψυχολογική Επιστήμη (Association for Psychological Science) στο Σικάγο με τη συμμετοχή επιφανών επιστημόνων και τον βραβευμένο με Grammy μπασίστα, Vistor Wooten. Θα συζητηθούν οι αξιοπρόσεκτοι τρόποι με τους οποίους οι εγκέφαλοί μας επιτρέπουν να εκτιμήσουμε, να θυμηθούμε και να παίξουμε μουσική και πώς μπορούμε να τιθασεύσουμε αυτές τις δυνατότητες με νέους τρόπους.

Υπάρχουν περισσότερες όψεις στη σύνδεση νου και μουσικής απ’ όσες νότες σε μια μείζωνα κλίμακα, αλλά είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να εστιάσουμε σε μερικές από αυτές τις όψεις για να δούμε τις ασυνήθιστες επιδράσεις που έχει η μουσική στον εγκέφαλο.

Το να κολλάει κάτι στο αυτί σου (ear worms)

Είτε πρόκειται για μια ρομαντική μπαλάντα, για ένα πασίγνωστο ροκ κομμάτι, ή ακόμα και μια κλασσική ραψωδία, είναι εύκολο να κολλήσει το τμήμα μιας μελωδίας στο κεφάλι σου, ακόμα και τμήμα ή κομμάτι που δεν το συμπαθείς καθόλου. Παίζει ξανά και ξανά σα να έχει κολλήσει το κουμπί του play σε έναν ατελείωτο βρόχο επανάληψης. Οι επιστήμονες αποκαλούν αυτά τα συχνά ενοχλητικά ηχητικά τεμάχια ως παράσιτα των αυτιών, ear worms. Δε γνωρίζουν ακόμα πολλά για τον λόγο που συμβαίνουν αλλά υπάρχουν ερευνητικές προσπάθειες που μελετούν το φαινόμενο.

Τα τραγούδια που κολλάνε στο κεφάλι των ανθρώπων τείνουν να είναι απλά από μελωδικής και ρυθμικής απόψεως, σύμφωνα με τον ψυχολόγο Daniel Levitin που ερευνά τη νευροεπιστήμη της μουσικής στο Πανεπιστήμιο McGill του Montreal στο Quebec. Συνήθως πρόκειται απλά για ένα τμήμα του τραγουδιού και όχι όλο το κομμάτι από την αρχή ως το τέλος. Μια συνήθης μέθοδος για να απαλλαγεί κανείς από ένα παράσιτο του αυτιού είναι να ακούσει ένα άλλο τραγούδι, υπολογίζοντας βέβαια τον κίνδυνο να κολλήσει το επόμενο τραγούδι στη θέση αυτού που μόλις ξεφορτώθηκε.

«Αυτό που πιστεύουμε ότι συμβαίνει είναι ότι τα νευρωνικά κυκλώματα κολλάνε σε έναν επαναλαμβανόμενο βρόχο και παίζουν αυτό το πράγμα ξανά και ξανά», λέει ο Levitin. Σε σπάνιες περιπτώσεις τα μουσικά αυτά παράσιτα μπορεί να αποβούν επιβλαβή για την καθημερινή λειτουργία των ανθρώπων. Υπάρχουν κάποιοι που δεν μπορούν να δουλέψουν, να κοιμηθούν ή να συγκεντρωθούν εξαιτίας τραγουδιών που δεν λένε να εγκαταλείψουν το κεφάλι τους. Ίσως ακόμα να χρειάζεται να πάρουν και τα ίδια φάρμακα κατά του άγχους που παίρνουν άνθρωποι με καταναγκαστική διαταραχή, φάρμακα που χαλαρώνουν τα νευρωνικά κυκλώματα που κολλάνε σε ατέρμονους βρόχους.

Πώς εξελιχθήκαμε να θυμόμαστε τη μουσική

Δεδομένου του πόσο εύκολα κολλάει ένα τμήμα μουσικής στο αυτί μας, η μουσική θα πρέπει να συνδέεται με κάποιου είδους εξελικτική προσαρμογή που βοήθησε τους προγόνους μας.

Αυλοί από οστά έχουν χρονολογηθεί στα 40.000 με 80.000 χρόνια πριν, έτσι γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι τουλάχιστον έπαιζαν μουσική. Οι ειδικοί υποθέτουν ότι οι άνθρωποι πιθανότατα τραγουδούσαν πριν καν μπουν στον κόπο να κατασκευάσουν το όργανο αυτό, σύμφωνα με τον Levitin. Στον Ιουδαϊσμό η Τορά είχε επενδυθεί με μουσική ώστε να μπορεί να απομνημονευτεί πριν καταστεί δυνατό να γραφεί.

«Οι εγκεφαλικές δομές που αντιδρούν στη μουσική έχουν εξελιχθεί νωρίτερα από τις δομές που αντιδρούν στη γλώσσα», λέει ο Levitin. Τονίζει ότι πολλοί από τους προγόνους μας, πριν υπάρξει η γραφή, χρησιμοποιούσαν τη μουσική για να τους βοηθήσει να θυμηθούν πράγματα, όπως το πώς να ετοιμάσουν τροφές ή τη διαδρομή για να φτάσουν σε μια πηγή νερού. Αυτά τα διαδικαστικά έργα θα ήταν πιο εύκολο να ανακληθούν ως τραγούδια. Σήμερα, ακόμα χρησιμοποιούμε τραγούδια για να διδάξουμε στα παιδιά στο σχολείο διάφορα πράγματα, όπως για παράδειγμα την προπαίδεια.

Και τι γίνεται με τη μνήμη του πώς να παίζει κανείς μουσική;
Όταν κάθεται κανείς μπροστά από ένα πιάνο και μαθαίνει να παίζει ένα κομμάτι ο εγκέφαλός του θα πρέπει να εκτελέσει το επονομαζόμενο «σχέδιο κίνησης-δράσης» (motor-action plan). Αυτό σημαίνει ότι μια ακολουθία από γεγονότα θα πρέπει να αναπτυχθούν με συγκεκριμένη σειρά, τα δάχτυλα θα πρέπει να χτυπήσουν ένα συγκεκριμένο σχέδιο από νότες στη σειρά. Και ο πιανίστας επαναλαμβάνει αυτές τις κινητικές δράσεις ξανά και ξανά, ενδυναμώνοντας τα νευρωνικά κυκλώματα όσο περισσότερο εξασκείται.

Αλλά οι μουσικοί που απομνημονεύουν πώς να παίξουν μια μουσική συχνά συνειδητοποιούν ότι δεν μπορούν έτσι απλά να ξεκινήσουν ένα κομμάτι που ξέρουν απ’ έξω αρχίζοντας από οποιοδήποτε σημείο του κομματιού. Ο εγκέφαλος έχει έναν συγκεκριμένο αριθμό από κόμβους εισόδου στο σχέδιο κίνησης-δράσης κι έτσι οι πληροφορίες είναι προσβάσιμες μόνο από συγκεκριμένα σημεία του κομματιού.

«Παρόλο που μοιάζει σα να βρίσκεται στα δάχτυλά σου, αυτό δεν ισχύει. Η μουσική είναι στην αναπαράσταση των δαχτύλων μέσα στον εγκέφαλό σου», συμπληρώνει ο Levitin.

Μουσική και απόλαυση

Η μουσική είναι ισχυρά συνδεδεμένη με το σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου. Είναι το εγκεφαλικό τμήμα που μας λέει εάν τα πράγματα έχουν αξία, είναι σημαντικά ή σχετικά με την επιβίωση, λέει ο Robert Zatorre, καθηγητής νευρολογίας και νευροχειρουργικής στο Νευρολογικό Ινστιτούτο του Montreal. Μια εγκεφαλική δομή συγκεκριμένα, που καλείται ραβδωτό σώμα, απελευθερώνει μια χημική ουσία που ονομάζεται ντοπαμίνη ως αντίδραση σε ερεθίσματα που σχετίζονται με ευχαρίστηση. Απεικονιστική εξέταση του εγκεφάλου αποκαλύπτει ότι αυτή η διαδικασία είναι παρόμοια με αυτό που συμβαίνει στον εγκέφαλο ως απόκριση στο φαΐ ή στο σεξ.

Αλλά σε αντίθεση με τις δραστηριότητες αυτές, η μουσική δεν έχει μια άμεση αξία βιολογικής επιβίωσης. «Δεν είναι προφανές το ότι θα έπρεπε να απασχολεί το ίδιο αυτό σύστημα», λέει ο Zatorre. Οι μουσικοί δε μπορούν να δουν μέσα στον ίδιο τον εγκέφαλό τους, αλλά συνειδητοποιούν στιγμές έντασης και απελευθέρωσης σε μουσικά κομμάτια και αυτό είναι που κάνουν όσοι σχεδιάζουν μουσική.

Ο Zatorre και οι συνεργάτες του έκαναν ένα πείραμα στο οποίο χρησιμοποίησαν όποια μουσική τους έλεγαν οι συμμετέχοντες ότι τους ευχαριστεί, ώστε να εξετάσουν την ντοπαμίνη που απελευθέρωναν. Εξαίρεσαν τη μουσική με στίχους ώστε οι συμμετέχοντες να εστιαστούν στην ίδια τη μουσική και όχι στα λόγια, για παράδειγμα στη μελωδική δομή.

Στο σημείο του μουσικού κομματιού όπου οι άνθρωποι βίωναν την κορύφωση της ευχαρίστησης το κοιλιακό ραβδωτό σώμα απελευθέρωσε ντοπαμίνη. Αλλά σημειώθηκε και κάτι ακόμα πιο ενδιαφέρον: η ντοπαμίνη απελευθερώθηκε από μια διαφορετική εγκεφαλική περιοχή (το ραχιαίο ραβδωτό σώμα) περίπου 10 με 15 λεπτά νωρίτερα τη στιγμή της μέγιστης ευχαρίστησης.

Γιατί να έχουμε αυτήν την αντίδραση πριν από το πιο απολαυστικό τμήμα ενός μουσικού κομματιού; Ο Zatorre εξηγεί, ότι ο εγκέφαλος αρέσκεται στο να εξερευνά το περιβάλλον του και να ανακαλύπτει τι πρόκειται να συμβεί στη συνέχεια. «Καθώς προσμένεις μια στιγμή ευχαρίστησης, κάνεις προβλέψεις για το ακούς και τι πρόκειται να ακούσεις», λέει. «Μέρος της απόλαυσης που εισπράττουμε προέρχεται από την ικανότητα να κάνουμε αυτές τις προβλέψεις».

Τότε, εάν νιώθει κανείς μια έντονη ντοπαμινική ανάγκη για μουσική, κάτι που σύμφωνα με τον Zatorre θα μπορούσε να συγκριθεί ακόμα και με μεταμφεταμίνες, γιατί να μην αντικαταστήσει έναν τυχόν εθισμό σε ναρκωτικά με ακρόαση μουσικής;

Αλλά το ζήτημα δεν είναι τόσο απλό. Οι νευροεπιστήμονες πιστεύουν ότι βασικώς υπάρχει ένας μηχανισμός ευχαρίστησης και η μουσική είναι η μία διαδρομή που οδηγεί σ’ αυτόν. Τα ναρκωτικά είναι μια άλλη. Αλλά τα διαφορετικά ερεθίσματα έχουν διαφορετικές ιδιότητες. Και δεν είναι ευκολότερο το να πεις σε κάποιον να αντικαταστήσει τα ναρκωτικά με τη μουσική από το να του προτείνεις να αντικαταστήσει το σεξ με το φαΐ. Όλα είναι δραστηριότητες που προκαλούν μεν ευχαρίστηση αλλά έχουν σημαντικές διαφορές.

Χορεύοντας στον ρυθμό

Γνωρίζετε ότι οι μαϊμούδες δεν μπορούν να χτυπήσουν τα πόδια τους όταν ακούνε τραγούδια ή να αναγνωρίσουν τους μουσικούς παλμούς;

Φαίνεται ότι οι άνθρωποι είναι τα μόνα πρωτεύοντα που κινούνται με τον παλμό της μουσικής. Ο Aniruddh Patel στο Ινστιτούτο Νευροεπιστημών του San Diego στην Καλιφόρνια, υποψιάζεται ότι αυτό συμβαίνει επειδή οι εγκέφαλοί μας είναι οργανωμένοι με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι οι κοντινοί μας συγγενείς. Το κούνημα σε έναν μουσικό παλμό μπορεί να σχετίζεται με το γεγονός ότι κανένα άλλο πρωτεύον δεν μπορεί να μιμηθεί πολύπλοκους ήχους.

Προκαλεί ωστόσο εντύπωση το γεγονός ότι κάποια πουλιά μπορούν να μιμηθούν αυτό που ακούνε και να κινηθούν σύμφωνα με ρυθμικούς παλμούς. Η έρευνα του Patel με ένα cockatoo υποδηλώνει ότι οι αποκρίσεις στα μουσικά μπιτ μπορεί να προήλθαν ως παραπροϊόν της φωνητικής μίμησης, αλλά επίσης παίζουν ρόλο στο σχηματισμό κοινωνικών δεσμών. Για παράδειγμα, οι στρατοί εκπαιδεύονται βηματίζοντας σε ρυθμούς και ο χορός σε ομάδες αποτελεί μια συνήθη κοινωνική δραστηριότητα. Υπάρχουν ακόμα έρευνες που δείχνουν πως όταν οι άνθρωποι κινούνται ομαδικά σε έναν ρυθμό είναι πιο πιθανό να συνεργαστούν μεταξύ τους σε μη μουσικά έργα από όταν δεν είναι ρυθμικά συγχρονισμένοι.

«Κάποιοι άνθρωποι θεωρούν ότι αυτό ήταν η αρχική λειτουργία της συμπεριφοράς αυτής στην εξέλιξη: Ήταν ένας τρόπος να συνδεθούν συναισθηματικά οι άνθρωποι μέσα σε ομάδες μέσα από αμοιβαίες κινήσεις και αμοιβαίες εμπειρίες», λέει ο Patel.

Μια άλλη συναρπαστική αρένα έρευνας: Η μουσική με μπιτ μοιάζει να βοηθάει τους ανθρώπους με κινητικές δυσλειτουργίες όπως η νόσος του Parkinson να περπατήσουν καλύτερα απ’ ότι χωρίς μουσική. Οι ασθενείς ουσιαστικά συγχρονίζουν τις κινήσεις τους με το μπιτ, σχολιάζει ο Patel. «Αυτό είναι ένα πολύ ισχυρό κύκλωμα στον εγκέφαλο και μπορεί να βοηθήσει με ουσιαστικό τρόπο ανθρώπους που έχουν αυτές τις σοβαρές νευρολογικές ασθένειες».

Υπάρχουν ακόμα κάποιες ενδείξεις που υποδηλώνουν ότι η μουσική μπορεί να βοηθήσει ασθενείς με νόσο του Alzheimer στο να θυμηθούν κάποια πράγματα καλύτερα και πως η εκμάθηση νέων δεξιοτήτων όπως το παίξιμο μουσικών οργάνων μπορεί να καταστείλει την παραφροσύνη. Θα πρέπει να γίνει κι άλλη έρευνα ώστε να δοθούν σίγουρες απαντήσεις στον τομέα αυτό, αλλά ο Charles Limb ελπίζει ότι όντως υπάρχουν καλές πιθανότητες να βοηθήσει η ενεργός ενασχόληση με κάποιο μουσικό όργανο ώστε να προληφθεί ή ακόμα και να καθυστερήσει η παράνοια. «Είναι πραγματικά θαυμάσιο το ότι από τον ήχο μπορείς να διεγείρεις ολόκληρο τον εγκέφαλο», λέει.

Μουσική και συναισθήματα

Μπορεί να συνδέετε συγκεκριμένα τραγούδια με γεγονότα στη ζωή σας, όταν γνωρίσατε το σύντροφό σας, τη μέρα της αποφοίτησής σας, κ.λπ. Παρά την ποικιλία στις εμπειρίες της ζωής κάθε ατόμου, έρευνες έχουν δείξει ότι οι ακροατές μουσικής συμφωνούν σε μεγάλο βαθμό μεταξύ τους όταν πρόκειται για τα συναισθήματα που παρουσιάζονται σε ένα τραγούδι. Αυτό μπορεί να συμβαίνει ανεξαρτήτως των στίχων, οι ίδιοι οι μουσικοί ήχοι μπορεί να φέρουν συναισθηματικό νόημα, γράφει σε άρθρο της στο Current Directions in Psychological Science η ψυχολόγος του Πανεπιστημίου Cornell, Carol Krumhansl.

Εκπαιδευτικές εκπομπές όπως το πασίγνωστο Sesame Street έχουν βασιστεί στη δύναμη της μουσικής ώστε να βοηθήσουν τα παιδιά να θυμούνται πράγματα για δεκαετίες. Ακόμα και μωρά έχει δειχθεί ότι είναι ευαίσθητα σε ρυθμικούς παλμούς και μπορούν να αναγνωρίσουν ένα κομμάτι μουσικής που έχουν ξανακούσει. Οι διαφημιστές χρησιμοποιούν τη μουσική στις διαφημίσεις για να διεγείρουν το ενδιαφέρον των θεατών για κάποια προϊόντα. Ως αποτέλεσμα, κάποιοι συνδέουν τραγούδια με συγκεκριμένα αυτοκίνητα για παράδειγμα.

Ακόμα, η μουσική μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να τροποποιήσει σε καθημερινή βάση τη διάθεση. Ακούγοντας κάτι ζωντανό μπορεί να αυξήσει κανείς την ενεργητικότητά του το πρωί και με κάτι χαλαρωτικό μπορεί να ηρεμήσει αντίστοιχα το βράδυ πριν από τον ύπνο.

Η μουσική ως γλώσσα

Ο Victor Wooten του συγκροτήματος Bla Fleck and the Flecktones δεν είναι επιστήμονας, αλλά έχει σκεφτεί πολύ σχετικά με τη διαδικασία του να μαθαίνει κανείς να παίζει μουσική. Γι’ αυτόν, η πρώτη επαφή του παιδιού με τη μουσική δεν θα έπρεπε να είναι διαφορετική από τον τρόπο που το παιδί ξεκινάει να μιλάει.

«Προσεγγίζω τη μουσική ακριβώς σα μια γλώσσα, γιατί είναι γλώσσα» λέει ο Wooten. «Εξυπηρετεί τον ίδιο σκοπό. Είναι ένα είδος έκφρασης. Ένας τρόπος για μένα να εκφράσω τον εαυτό μου, να επικοινωνήσω αισθήματα και κάποιες φορές πραγματικά λειτουργεί καλύτερα από μια γραπτή ή προφορική γλώσσα».

Παραδοσιακά, ένα παιδί μαθαίνει να παίζει μουσική κάνοντας μαθήματα για το πώς λειτουργεί ένα όργανο και παίζοντας εύκολα κομμάτια στα οποία εξασκείται ξανά και ξανά. Ίσως να παίζει μουσική παρέα και με άλλους αρχάριους. Οι κανόνες έρχονται πρώτοι, δηλαδή οι νότες, οι συγχορδίες, ο τονισμός και μετά ακολουθεί το παίξιμο.

Αλλά με τη γλώσσα, τα μικρά παιδιά ποτέ δεν γνωρίζουν ότι είναι αρχάρια, λέει ο Wooten. Κανείς δεν τα κάνει να νιώσουν άσχημα όταν λένε λανθασμένα μια λέξη και δεν τους συνιστούν να εξασκούνται στη λέξη αυτή δεκάδες φορές. Γιατί να είναι διαφορετικά με τη μουσική;

«Εάν σκεφτείτε να προσπαθήσετε να διδάξετε ένα μικρό παιδάκι να διαβάσει, να μάθει την αλφάβητο και όλα τα συναφή, πριν καν μπορέσει να μιλήσει, θα διαπιστώνατε πόσο ανόητο είναι πραγματικά αυτό», λέει ο Wooten. «Τα παιδιά τις περισσότερες φορές παραιτούνται γιατί δεν ήρθαν για να μάθουν αυτό, αλλά για να μάθουν πώς να παίζουν».

Θυμάται ότι είχε μάθει να παίζει μουσική με έναν φυσικό τρόπο και όχι με μια τυπική ακολουθία μαθημάτων. Όταν είχε γεννηθεί, τα τέσσερα μεγαλύτερα αδέλφια του έπαιζαν ήδη μουσική και ήξεραν ότι χρειάζονταν έναν μπασίστα για να συμπληρώσουν τη μπάντα. «Η μητέρα μου ποτέ δεν είπε, ότι αυτό πρόκειται να κάνεις», δηλώνει.

Ο Wooten προσπάθησε να εφαρμόσει τη φιλοσοφία του απέναντι στην εκμάθηση της μουσικής οργανώνοντας καλοκαιρινές κατασκηνώσεις με στόχο να διεγείρει το ενδιαφέρον παιδιών για τη μουσική με πιο φυσικό τρόπο.

«Σπανίως έχω συναντήσει κάποιον μουσικό που να μη συμφωνεί ότι η μουσική είναι μια γλώσσα. Αλλά επίσης σπανίως έχω συναντήσει κάποιον μουσικό που πραγματικά να την αντιμετωπίζει με αυτόν τον τρόπο».

Έτσι είναι λοιπόν: η μουσική που κολλάει στο μυαλό σου μπορεί μεν να σε ενοχλεί, αλλά εξυπηρετεί επίσης πολλούς άλλους σκοπούς που μπορεί να σε ωφελήσουν. Εάν την αντιμετωπίσεις σαν γλώσσα, όπως προτείνει ο Wooten, μπορεί να μάθεις νέες επιδεξιότητες και να απολαύσεις κάποια από τα πλεονεκτήματα του υγιούς εγκεφάλου που εξερευνούν οι νευροεπιστήμονες. Μπορεί να είναι πιο πολύπλοκο από την αλφάβητο, αλλά αυτό δεν είναι άλλωστε και ο εγκέφαλός μας; Το πιο πολύπλοκο σύστημα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s