Λουίς Μπουνιουέλ: Δόξα τω Θεώ, είμαι άθεος

Ο Λουίς Μπουνιουέλ συνήθιζε να λέει «ευχαριστώ τον Θεό που είμαι άθεος…». Κατά τον ίδιο τρόπο, χρόνια αργότερα, είπε «χαίρομαι που γέρασα για να γλιτώσω από την τυραννία των γυναικών…». Ηταν μια ιδιοφυΐα και την ίδια στιγμή μια μάλλον σκοτεινή προσωπικότητα. Κανείς δεν μπορούσε να είναι σίγουρος για το τι ακριβώς πίστευε.

Το πέρασμά του από τον σουρεαλισμό τόνισε τη διάθεση του παιχνιδιού μέχρι το τέλος.

luis-bunuel-1.jpg

Στην βιβλίο του «Τελευταία πνοή», ένα είδος αυτοβιογραφίας που κυκλοφόρησε το 1984 (στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Οδυσσέας), έναν χρόνο μετά τον θάνατό του, είναι απολύτως ευθύς, ολοκληρώνοντας έτσι έναν κύκλο από εξαιρετικές ταινίες με ένα κείμενο που στέκεται στο ίδιο ύψος. Εδώ ο «άπιστος» ισπανός σκηνοθέτης προβαίνει σε μια πλήρη εξομολόγηση από το κρεβάτι του πόνου. Οι απόψεις του αποκτούν όλο και περισσότερη ένταση με το πέρασμα του καιρού.

Ιδού μερικές:

* Αν είσαι και δείχνεις εργάτης σού δίνουν τα πιο φτηνά σπίρτα. Σου παίρνουν πάντα τη θέση. Τα κορίτσια δεν σε κοιτούν ποτέ. Αυτός ο κόσμος δεν είναι φτιαγμένος για σένα.

* Η συμβολική σημασία της τρομοκρατίας πάντα με ελκύει… Περιφρονώ όμως εκείνους που χρησιμοποιούν την τρομοκρατία σαν πολιτικό όπλο στην υπηρεσία κάποιας υπόθεσης, που σκοτώνουν και τραυματίζουν κατοίκους της Μαδρίτης για να τραβήξουν την προσοχή του κόσμου. Μου προκαλούν φρίκη.

* Η τόσο διαδεδομένη αγάπη για τον τουρισμό μού είναι άγνωστη. Δεν αισθάνομαι καμία περιέργεια για τους τόπους που δεν γνωρίζω και δεν θα γνωρίσω ποτέ. Αντιθέτως, μου αρέσει να γυρίζω ξανά και ξανά στα ίδια μέρη που έχω ζήσει και μαζί τους με συνδέουν αναμνήσεις.

* Απεχθάνομαι τον σχολαστικισμό και την επιτήδευση της γλώσσας. Κάποτε, σ’ ένα Κέντρο Κινηματογραφικής Εκπαίδευσης γνώρισα έναν νεαρό καθηγητή. Τον ρώτησα τι διδάσκει. Μου απάντησε: «Σημειολογία της κλονικής εικόνας». Μου ‘ρθε να τον δολοφονήσω.

* Δεν είμαι καλοφαγάς. Δύο τηγανητά αβγά με λουκάνικο μου δίνουν μεγαλύτερη απόλαυση από οτιδήποτε άλλο…

* Δεν πιστεύω πια στην πολιτική. Πριν από μερικά χρόνια μου έκανε εντύπωση ένα σύνθημα που φώναζαν στους δρόμους της Μαδρίτης διαδηλωτές της Αριστέρας. «Οταν πολεμούσαμε ενάντια στον Φράνκο ήμαστε καλύτεροι»…

* Αδύνατο να πίνεις χωρίς να καπνίζεις. Ο καπνός ταιριάζει θαυμάσια με το οινόπνευμα. Είναι ένας αχώριστος σύντροφος σε όλα τα γεγονότα της ζωής. Είναι ο μεγάλος φίλος των καλών και των κακών ημερών.

* Σήμερα, αρκεί να πατήσεις ένα κουμπί και αμέσως θ’ ακούσεις στο σπίτι σου όλες τις μουσικές του κόσμου. Βλέπω καθαρά τι έχουμε χάσει. Τι κερδίσαμε; Για να φτάσει κανείς στην ομορφιά τρεις προϋποθέσεις μού φαίνονται απαραίτητες: ελπίδα, μάχη και κατάκτηση.

* Η νέα αποκάλυψη έρχεται επάνω μας με τον καλπασμό τεσσάρων ιπποτών: του υπερπληθυσμού, που είναι ο οδηγός, αυτός που ανεμίζει το μαύρο λάβαρο, της επιστήμης, της τεχνολογίας και της πληροφόρησης. Αυτή η τελευταία, που συνήθως παρουσιάζεται σαν κατάκτηση, σαν δικαίωμα, ακολουθεί τους άλλους τρεις και τρέφεται από τα ερείπια που εκείνοι αφήνουν πίσω τους. Παρ’ όλα αυτά, θα μου άρεσε να μπορούσα κάθε δέκα χρόνια να σηκώνομαι μέσα από τους νεκρούς, να πηγαίνω σ’ ένα περίπτερο και ν’ αγοράζω μερικές εφημερίδες. Θα ξαναγύριζα στο νεκροταφείο και θα διάβαζα για τις καταστροφές του κόσμου ικανοποιημένος, μέσα στο ασφαλές καταφύγιο του τάφου μου.

Οποιος διαφωνεί, ας τραβήξει το ρεβόλβερ του…

luis-bunuel.jpg

Το σουρεαλιστικό τέλος του Λουίς Μπουνιουέλ

Βιωματική σπουδή πάνω στη μνήμη που ξεγλιστρά από τα χέρια, πάνω στον θάνατο που αρχίζει να γίνεται χειροπιαστός, αυτή η «Τελευταία Πνοή» θα μπορούσε να ανήκει μόνο σε κάποιον τόσο απελπισμένο αλλά γενναίο όσο ο Λουίς Μπουνιουέλ. Που αντί τελευταίων λέξεων πριν το πέρασμα στην ανυπαρξία διαπίστωσε ατάραχα, σύμφωνα με τον Καριέρ, μόνο το αυτονόητο: «Πεθαίνω».

paradoxes-de-bunuel-04-g.jpg

Οι δύο τελευταίες παράγραφοι της «Τελευταίας Πνοής» αποσαφηνίζουν οριστικά τι ήταν ο Λουίς Μπουνιουέλ:

«Καθώς πλησιάζει η τελευταία μου πνοή, συχνά φαντάζομαι μία τελευταία φάρσα. Καλώ από τους παλιούς μου φίλους εκείνους που είναι ορκισμένοι άθεοι, σαν κι εμένα. Τεθλιμμένοι, παίρνουν θέση γύρω απ το κρεβάτι μου. Τότε καταφτάνει ένας ιερέας, που τον έχω καλέσει εγώ. Προς μεγάλο σκανδαλισμό των φίλων μου εξομολογούμαι, ζητάω άφεση των αμαρτιών μου και δέχομαι την τελευταία μετάληψη. Υστερα γυρίζω στο πλάι και πεθαίνω. Αλλά βρίσκει άραγε κανείς τη δύναμη να αστειευτεί εκείνη τη στιγμή;

Μία λύπη που δεν ξέρω πια τι πρόκειται να συμβεί. Που θα εγκαταλείψω τον κόσμο εν πλήρει κινήσει, όπως στη μέση μιας παράστασης. Πιστεύω πως αυτή η περιέργεια για τα μετά τον θάνατο δεν υπήρχε άλλοτε, ή υπήρχε λιγότερο, σ’ ένα κόσμο που δεν άλλαζε καθόλου. Μία ομολογία: παρόλο το μίσος μου για την πληροφόρηση, θα μάρεσε να μπορούσα, κάθε δέκα χρόνια, να σηκώνομαι μέσα από τους νεκρούς, να προχωράω μέχρι ένα περίπτερο μ εφημερίδες και να αγοράζω μερικές. Δεν θα ζητούσα τίποτα περισσότερο. Με τις εφημερίδες μου κάτω από τη μασχάλη, χλομός, προχωρώντας σύρριζα στους τοίχους, θα ξαναγύριζα στο νεκροταφείο και θα διάβαζα για τις καταστροφές του κόσμου, πριν ξανακοιμηθώ, ικανοποιημένος στο ασφαλές καταφύγιο του τάφου μου».

Λουίς Μπουνιουέλ (1900-1983)

Montparnasse

πηγη

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s