Το (αμφιλεγόμενο) πείραμα του Πόλγκαρ – Δημιουργώντας μια ιδιοφυΐα από το Μηδέν

Σαν σήμερα πριν 50 χρόνια, 19 Απριλίου 1969, γεννήθηκε στη Βουδαπέστη, η Σούζαν Πόλγκαρ, η οποία αποτέλεσε το κατεξοχήν «όχημα» για ένα από τα πιο αξιοθαύμαστα πειράματα όλων των εποχών. Το ερώτημα είναι τόσο παλιό όσο και η ιστορία της εκπαίδευσης. Γεννιέσαι η γίνεσαι ιδιοφυής; Είναι το ταλέντο, η κλίση, τα γονίδια ή η σκληρή δουλειά που κάνει κάποιον να ξεχωρίσει με διαφορά από τους υπόλοιπους;

Ακόμα και σήμερα όπου έχουμε αποκωδικοποιήσει πολλά από τα μυστικά της ανθρώπινης νόησης, κανένας δεν έχει καταφέρει να δώσει την αποφασιστική απάντηση που θα αποστομώσει την άλλη πλευρά. Κανείς, εκτός από έναν: τον Λάζλο Πόλγκαρ., τον εμπνευστή του πειράματος και ιθύνων νου του όλου εγχειρήματος. Ένας ψυχολόγος με ειδίκευση στην εκπαίδευση και την παιδαγωγική, και ερασιτέχνης σκακιστής, εκτός των άλλων. Από πολύ νεαρή ηλικία, ο Λάζλο Πόλγκαρ ενδιαφέρθηκε έντονα για ένα κλασικό ερώτημα: «το ταλέντο και η ιδιοφυΐα, είναι κάτι έμφυτο ή επίκτητο;».

Είναι η φύση (γονίδια) κάποιου που τον κάνει να ξεχωρίζει σε κάποιον συγκεκριμένο τομέα (π.χ. μαθηματικά, συγγραφή, αθλήματα κτλ) ή η ανατροφή του (περιβάλλον, εκπαίδευση κτλ.);

Ο Πόλγκαρ μελέτησε επισταμένως τις βιογραφίες πάνω από 400 προσωπικοτήτων που θεωρούνταν ιδιοφυίες στον τομέα τους, από τον Μότσαρτ ως τον Αϊνστάιν και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι όλοι τους μέχρι την ηλικία των 3 ετών είχαν έρθει σε επαφή με το μελλοντικό τους αντικείμενο, ενώ από την ηλικία των 6 είχαν ξεκινήσει εντατική και εξειδικευμένη εκπαίδευση στο αντικείμενο αυτό.

Το μοτό του ήταν «Κάθε παιδί που γεννιέται και μεγαλώνει υγιές είναι μια εν δυνάμει ιδιοφυΐα». Αποφάσισε, μάλιστα, να περάσει από τη θεωρία (έχοντας εκδώσει ένα βιβλίο που ανέπτυσσε τις ιδέες του) στην πράξη, εφαρμόζοντας τη θεωρία του στα μελλοντικά του παιδιά.

Έτσι, προτού καν γίνει πατέρας ο Πόλγκαρ, ήξερε πώς θα τα ανέτρεφε ή -μπορεί κάποιος να πει ότι- αποφάσισε να γίνει πατέρας για να τεστάρει τη θεωρία του. Η ίδια η εκλογή συζύγου φανερώνει την αφιέρωσή του σε αυτόν τον σκοπό, μιας και η αλληλογραφία του με μια Ουκρανέζα εκπαιδευτικό, ονόματι Κλάρα, είχε ως αντικείμενο παιδαγωγικές ιδέες και το μεγαλόπνοο σχέδιο του και όχι λόγια αγάπης και έρωτα. Η Κλάρα γοητεύτηκε από το σχέδιο του Πόλγκαρ και δέχτηκε να γίνει σύζυγος και αρωγός στο εγχείρημα, το οποίο ξεκίνησε ουσιαστικά με την γέννηση της πρώτης κόρης του ζεύγους, της Σουζαν, το 1969.

Η πρώτη δυσκολία είχε να κάνει με την ταραχώδη κοινωνικοπολιτική περίοδο της εποχής. Ο Πόλγκαρ αποφάσισε η κόρη του να μην πάει σχολείο, αλλά να ασχοληθεί ο ίδιος αποκλειστικά με την ανατροφή της. Η σκέψη του ήταν ότι τα σχολεία με την υπάρχουσα δομή τους δεν βοηθάνε τα παιδιά που ήδη έχουν ένα εκπαιδευτικό προβάδισμα, λόγω π.χ. πρότερης εκπαίδευσης στο σπίτι. Ωστόσο, δυσκολεύτηκε πολύ να πάρει την έγκριση του κράτους, το οποίο ήταν ακόμα κάτω από την κομμουνιστική επιρροή της Σοβιετικής Ένωσης.

Αφού ξεπεράστηκε αυτός ο σκόπελος, το σημαντικότερο ζήτημα ανέκυψε: ποιος θα ήταν ο τομέας εξειδίκευσης και πώς θα επιλεγόταν αυτός; Όπως θυμάται ο ίδιος ο Πόλγκαρ: «θα μπορούσε να είχε επιλεχθεί οποιοσδήποτε τομέαςΜάλιστα, αρχικά η Σούζαν είχε ξεκινήσει να μαθαίνει ξένες γλώσσες και μαθηματικά. Όμως, εντέλει, αποφασίστηκε το σκάκι, κάτι που πληρούσε ορισμένες προϋποθέσεις.

Πρώτον, στο σκάκι, κατεξοχήν πνευματική δραστηριότητα, υπάρχουν κάποια αντικειμενικά και άμεσα κριτήρια αξιολόγησης, προόδου και βελτίωσης (το σύστημα βαθμολόγησης ELO από τη Διεθνή Σκακιστική Ομοσπονδία, FIDE) σε σχέση π.χ. με την ζωγραφική, όπου το αν σου αρέσει ή όχι ένα έργο τέχνης είναι κάτι υποκειμενικό, ενώ η αναγνώριση της αξίας του καλλιτέχνη μπορεί να αργήσει χρόνια.

Επίσης, το γεγονός ότι το σκάκι είναι μια κατεξοχήν ανδροκρατούμενη δραστηριότητα, και το πρώτο μας παιδί ήταν κορίτσι μας έδωσε το εξτρά κίνητρο να αποδείξουμε ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε ακόμα και εκεί που θεωρούνταν αδύνατο. Τέλος, σε πιο γενική ανάλυση, το σκάκι είναι μια πολύπλοκη και πανέμορφη δραστηριότητα, η οποία είναι παιχνίδι, επιστήμη, άθλημα και τέχνη ταυτόχρονα».

Η ίδια η Σούζαν ανακαλεί: «μια μέρα, όταν ήμουν 3-4 χρονών, ενώ σκάλιζα κάτι συρτάρια ψάχνοντας ένα καινούργιο παιχνίδι, βρήκα μια σκακιέρα και τα κομμάτια της. Ρώτησα την μαμά τι ήταν αυτό και μου απάντησε ότι η ίδια δεν είχε ιδέα πώς παιζόταν το παιχνίδι, αλλά ότι ο πατέρας της θα της έδειχνε ευχαρίστως πως παίζεται όταν γύριζε σπίτι». Έτσι, ξεκίνησαν όλα.

Εξάλλου, ο Πόλγκαρ ήξερε πως για να υπάρξουν προϋποθέσεις επιτυχίας θα πρέπει το παιδί να είναι πρόθυμος μαθητής και να αγαπά το αντικείμενο βαθιά. Μάλιστα, αυτό θεωρεί ότι ίσως ήταν και το δυσκολότερο κομμάτι του εγχειρήματος, μιας και μπορούσε εύκολα να μάθει τους κανόνες του παιχνιδιού στην Σούζαν, αλλά θα έπρεπε να βρει τρόπους να διατηρήσει το ενδιαφέρον του παιδιού και σιγά σιγά από μόνο του το παιδί να θέλει να μαθαίνει και να ασχολείται με το παιχνίδι.

Επίσης, θα έπρεπε να είναι προσεκτικός με την προοδευτική αύξηση δυσκολίας μιας και από την μια έπρεπε να πιέζει το παιδί για να βελτιωθεί αλλά από την άλλη να μην απογοητεύεται/αποθαρρύνεται το παιδί σε ενδεχόμενες αποτυχίες. Ο ίδιος ο Λάζλο είχε υπολογίσει την αναλογία επιτυχιών/αποτυχιών σε 9/1. Δηλαδή, σε κάθε 9 επιτυχίες (λύσεις προβλημάτων, νίκες σε παρτίδες, σωστές παρατηρήσεις κτλ.) αντιστοιχούσε 1 αποτυχία (ήττα σε παρτίδα κτλ.).

Τέλος, φρόντισε να επικεντρώσει την κόρη του περισσότερο στη διαδικασία μάθησης και λιγότερο στα αποτελέσματα, κάτι που συνέβαλλε ώστε οι αναπόφευκτες επιτυχίες να μην την κάνουν να χάσει το ενδιαφέρον της για το παιχνίδι.

Επίσης, όλο το περιβάλλον έπρεπε να διαμορφωθεί έτσι ώστε να βοηθήσει το παιδί στον στόχο του. Έτσι, το σπίτι των Πόλγκαρ μεταμορφώθηκε. Οι τοίχοι γέμισαν με σχεδιαγράμματα του παιχνιδιού, ενώ στις βιβλιοθήκες υπήρχαν «ουρές» ολόκληρες, βιβλία αφιερωμένα στο σκάκι και ό,τι έχει σχέση με αυτό (ανοίγματα, παρτίδες κτλ), όλα κατηγοριοποιημένα και οργανωμένα από τον Πόλγκαρ.

Όσο για το «πρόγραμμα σπουδών»; Καθημερινά, 4-5 ώρες εντατικής εξάσκησης στο σκάκι, 1-2 ώρες άθλησης, ενώ υπήρχε και χρόνος για ξένες γλώσσες (η Σούζαν μιλά 6-7) και μαθήματα γενικών ενδιαφερόντων (μαθηματικά, κοινωνικές επιστήμες κτλ).

Έξι μήνες μετά, μια πρώτη δοκιμή έγινε. Ο Πόλγκαρ πήρε την τετράχρονη κόρη του από το χέρι και την οδήγησε στην τοπική σκακιστική λέσχη όπου η μικρή Σούζαν έπαιξε και κατατρόπωσε όλους τους αντιπάλους της. «Δεν ξέρω ποιος είχε εκπλαγεί περισσότερο από το αποτέλεσμα, εκείνοι ή εγώ», θυμάται η ίδια.

Λίγο αργότερα, γεννήθηκε η δεύτερη κόρη της οικογένειας ,η Σοφία, και αργότερα η τρίτη, η Τζούντιθ. Οι δυο τους ακολούθησαν τα χνάρια της μεγαλύτερης αδελφής της, ενώ ο Λάζλο βρήκε έναν ακόμα τρόπο να να δώσει κίνητρο στην Σούζαν, αφού πλέον η ίδια έκανε μαθήματα στις αδελφές της, οι οποίες σύντομα μαγεύτηκαν από το παιχνίδι.

Η περιέργεια τους είχε εξαφθεί, όταν έβλεπαν τον πατέρα τους να παίζει ατελείωτα σκάκι με την Σούζαν και, φυσιολογικά, θέλησαν να συμμετέχουν και αυτές. Η Σούζαν, από την άλλη, ξεκίνησε να δείχνει τις ικανότητές της και σύντομα αυτές την εκτόξευσαν: σε ηλικία 4 χρόνων, κατέκτησε το πρωτάθλημα κάτω των 11 ετών με σκορ 10-0, σε ηλικία 12 ετών κατέκτησε το Παγκόσμιο κάτω των 16, ενώ στα 15 της ήταν η κορυφαία γυναίκα σκακιστής στον κόσμο.

Αργότερα, μαζί με τις αδελφές της Σοφία και Τζούντιθ (τότε 14 και 12 ετών αντίστοιχα) και την Ιντίλκο Μάντλ, εκπροσώπησαν την Ουγγαρία στην Ολυμπιάδα Σκακιού, το 1988, στη Θεσσαλονίκη.