Πώς ο Ιησούς έγινε «θεός» (Μέρος Α’ και Β’)

Κατά την ύστερη αρχαιότητα, η «θεϊκότητα» δεν είναι κάτι εξωπραγματικό στην σκέψη των ανθρώπων. Από τους προηγούμενους αιώνες, η σκέψη των ανθρώπων ήταν ζυμωμένη και οικεία μέσω των μύθων, ώστε να δέχεται ως κάτι το φυσικό να υπάρχουν άνθρωποι και όντα θεϊκά.

Υπάρχει η βιογραφία του νεο-πυθαγόρειου Απολλώνιου Τυανέα, γραμμένη από τον Φιλόστρατο, διανθισμένη με στοιχεία θρύλου, όπου στην ρωμαϊκή ελίτ θεωρούνταν «θεϊκός». Ο Ιεροκλής έγραψε βιβλίο, συγκρίνοντας τον Απολλώνιο Τυανέα με τον Ιησού των χριστιανών, το οποίο δυστυχώς «έφαγε» το μαύρο σκοτάδι… Ο Οβίδιος στο έργο του «Μεταμορφώσεις», αναφέρεται στους μύθους κατά τους οποίους «θεοί» έπαιρναν προσωρινά ανθρώπινη μορφή. Υπάρχουν, επίσης, πάμπολλοι μύθοι που αναφέρονται σε ανθρώπους που γεννήθηκαν από θεούς και από θνητές, θεωρούμενοι για αυτόν τον λόγο ως «θεϊκοί». Ακόμα και Ρωμαίοι αυτοκράτορες, παρουσιάζονταν ως παιδιά «θεών» δια υιοθεσίας, για ευνόητους λόγους. Στο βιβλίο των «Πράξεων», όταν σύμφωνα με την διήγηση, είδαν τον Παύλο και τον Βαρνάβα να σηκώνουν τον εκ γενετής χωλό, θεώρησαν κάτι συνηθισμένο το ότι «οι θεοί ομοιωθέντες ανθρώποις κατέβησαν προς ημάς» (Πράξεις, 14.11).

Το σχήμα που αφορά την αντίληψη της εποχής για τις θεότητες, μπορεί να συνοψιστεί στο παρακάτω: Πάνω από όλους και από όλα, ο αγέννητος «θεός». Μία βαθμίδα παρακάτω, οι ενδοσυμπαντικοί «θεοί». Ακόμα πιο κάτω, οι «θεότητες» των πόλεων. Μετά οι «δαίμονες», και τελευταίοι οι άνθρωποι. Με αυτό το πυραμιδοειδές σχήμα, εκφράζεται ο ύστερος ενοθεισμός.

Αυτά όσον αφορά τον εθνικό κόσμο. Ας δούμε τώρα τι συνέβαινε στον αρχαίο Ιουδαϊσμό.

«Θεϊκοί» άνθρωποι και όντα υπάρχουν και στην ιουδαϊκή σκέψη. Παρ’ όλο που ο Ιουδαϊσμός εξελίχθηκε σε αυστηρά μονοθεϊστική θρησκεία, υπάρχουν ενδείξεις ότι δεν ξεκίνησε ως τέτοια. Αντιθέτως, όπως έχει καταδειχτεί (βλ. «Γ. Κορδάτος, «Κριτική στην Παλαιά Διαθήκη»), υπήρξε μια σταδιακή μετακίνηση από τον ενοθεϊσμό στον μονοθεϊσμό. Το θρησκευτικό σύστημα του μονοθεϊσμού που λειτούργησε επιπλέον και ως παράγοντας ενοποίησης και δημιουργίας «ταυτότητας» ενός νέου λαού, του Ισραήλ, δεν μπορούσε να επιβληθεί κατευθείαν σε ανθρώπους που προέρχονταν από διαφορετικές κουλτούρες και που είχαν συνηθίσει στον πολυθεϊσμό. Όλα αυτά, προκύπτουν όχι μόνο από εξωβιβλικές πηγές, αλλά και από την ίδια την Βίβλο. Για παράδειγμα, η «θεϊκή» εντολή «ουκ έσονται σοι θεοί έτεροι προ προσώπου μου» (Δευτερονόμιο, 5.7), θα φάνταζε περιττή αν απευθύνονταν σε έναν λαό που όντως γνώριζε και πίστευε στους ίδιους τους «πατριάρχες» του. Όμως, αν σκεφτούμε ότι γράφεται ως εντολή που αποσκοπεί στο να προβάλει την υπακοή ενός λαού στον έναν «θεό» μέσα από ένα πάνθεο μικρότερων «θεών», τότε είναι ακριβής. Η εντολή όπως διατυπώνεται, δεν λέει ότι δεν υπάρχουν άλλοι θεοί, αλλά ότι για σένα, δεν θα υπάρχουν άλλοι θεοί, διότι είμαι εγώ για σένα ο θεός.

Τέτοια άλλα «θεϊκά» όντα, είναι τα «Σεραφείμ» (Ησαΐας, 6.2), τα «Χερουβείμ» (Ιεζεκιήλ 1), τα «πνεύματα» στα επουράνια (Εφεσίους, 6.12), οι «θρόνοι», οι «κυριότητες», οι «αρχές», οι «εξουσίες» κλπ (Κολοσσαείς, 1,16).

Το αντίστοιχο σχήμα που αφορά την ιουδαϊκή παράδοση, είναι και πάλι πυραμιδοειδές: Στην κορυφή ο «θεός», από κάτω οι άγγελοι, οι αρχάγγελοι, οι κυριότητες, οι δυνάμεις, οι θρόνοι. Στην τελευταία βαθμίδα, οι άνθρωποι.

Αναφορές για «θεϊκά» όντα που γίνονται άνθρωποι προσωρινά, υπάρχουν σε αρκετά σημεία στην Βίβλο. Όπως επίσης, και για όντα «θεϊκά». Για παράδειγμα, το ον που φανερώθηκε στην Άγαρ, ενώ στον στίχο 7 χαρακτηρίζεται «άγγελος του Κυρίου», στον στίχο 13 χαρακτηρίζεται ως «Κύριος» και «θεός» (Γένεση, 16). Στην σκηνή της περίφημης φιλοξενίας του Αβραάμ, στον στίχο 2 γίνεται λόγος για τρεις άνδρες, στον στίχο 13 ο ένας από αυτούς χαρακτηρίζεται «Κύριος» (Γένεση 18), και στον πρώτο στίχο του επόμενου κεφαλαίου, οι δύο άνδρες χαρακτηρίζονται ως «άγγελοι». Στο βιβλίο της «Εξόδου», στον στίχο 2, άγγελος φανερώνεται στον Μωυσή μέσα από την φλεγόμενη βάτο, ενώ στον στίχο 4 αναφέρεται ως «θεός». Στον Ψαλμό 81 (σύμφωνα με τους Εβδομήκοντα), «ο θεός έστη εν συναγωγή θεών εν μέσω δε θεούς διακρίνει». Αυτοί οι «θεοί», είναι οι άγγελοι. Στην εβραϊκή, γράφει «Ελοχίμ», που είναι «θεϊκά» όντα. Επειδή όμως δεν έχουν δίκαιη κρίση, η τιμωρία τους είναι να γίνουν θνητοί και να πεθαίνουν (στίχος 7).

Στην ιουδαϊκή παράδοση, υπάρχουν επίσης αναφορές για ανθρώπους που μετά θάνατον γίνονται άγγελοι. Για παράδειγμα, οι καλοί και ενάρετοι γίνονται άγγελοι μετά θάνατον, σύμφωνα με το βιβλίο «Β΄ Βαρούχ». Ο Ενώχ που μετετέθη στον ουρανό, σύμφωνα με το βιβλίο «Β΄Ενώχ», έγινε άγγελος. Στο βιβλίο «Σειράχ», ο Μωυσής γίνεται επίσης «άγγελος», μετά θάνατον.

Άλλα «θεϊκά» όντα παρουσιάζονται στο βιβλίο «Γένεση», στο κεφάλαιο 6. «Ιδόντες δε οι υιοί του θεού τας θυγατέρας των ανθρώπων ότι καλαί εισίν έλαβον εαυτοίς γυναίκας» (στ. 2). Αυτοί οι γιοι του θεού, σύμφωνα με τον Ιουστίνο τον απολογητή είναι άγγελοι.

Στην ιουδαϊκή παράδοση, υπάρχει επίσης η μορφή του «υιού του ανθρώπου» (Δανιήλ, 7). Το πωώ συνδέθηκε αργότερα με τον Ιησού, θα το δούμε αργότερα.

Η «σοφία», μπορεί να κατανοηθεί ως ξεχωριστή ενυπόστατη οντότητα δίπλα στον «θεό-δημιουργό», πέρα από μια των ιδιοτήτων του «θεού». Στο βιβλίο «Παροιμίες», ο άγνωστος συγγραφέας, βάζει την «Σοφία» να μιλάει: «Κύριος έκτισεν με αρχήν οδών αυτού εις έργα αυτού· [..] προ του όρη εδρασθήναι προ δε πάντων βουνών γέννα με» (8,22-25). «ηνίκα ητοίμαζεν τον ουρανόν συμπαρήμην αυτώ» (στ. 27).

Αυτή η «σοφία», αργότερα θα εξελιχθεί στην θεολογική σκέψη ως «η ενυπόστατη σοφία του Θεού», ο Ιησούς «Χριστός».

Αλλά και ο Σολομώντας έγινε «θεϊκός» δια υιοθεσίας (Β΄ Σαμουήλ, 7.12-14), ο λαός Ισραήλ (Δευτερονόμιο, 14.1), και τόσοι άλλοι.

Ο Δαβίδ είναι «χριστός» (εφόσον χρίεται), υιοθετείται από τον «θεό» (εφόσον μπορεί να επικαλεστεί τον «θεό» ως «πατέρα»), και καθίσταται «πρωτότοκος» (Ψαλμός, 88, 20-28). Η «θεϊκότητα» ενός βασιλιά, είναι αιγυπτιακής επιρροής στους Εβραίους.

Στο Ψαλμό 109 αναφέρεται: «είπεν ο κύριος τω κυρίω μου κάθου εκ δεξιών μου έως αν θω τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου» (στ. 1). Στην εβραϊκή γραφή, η φράση «ο Κύριος» είναι το «ιερό τετραγράμματο», και η φράση «τω κυρίω μου» ως «αδωνάι».

Όλα αυτά δείχνουν ότι η «θεϊκότητα» των όντων, δεν αναιρεί τον αυστηρό μονοθεϊσμό των Ιουδαίων. Και τούτο, διότι η ουσία αυτών των όντων δεν ταυτίζεται με την ουσία -όπως θα πουν αργότερα οι θεολόγοι, του «όντως θεού».

Κοντολογίς, σύμφωνα με την ιουδαϊκή μονοθεϊστική παράδοση, έχουμε αγγέλους που εμφανίζονται ως «θεοί», ως άνθρωποι, ως «Ελοχίμ». Είναι «θεϊκοί», χωρίς να χαλάνε τον μονοθεϊσμό. Στο παραπάνω σχήμα που περιγράψαμε, θα μπορούσε να ενταχθεί και ο Ιησούς. Και έτσι έγινε αρχικά, όπως θα δείξουμε στην συνέχεια.


Στο προηγούμενο άρθρο είδαμε ότι σύμφωνα με τις παραδόσεις του 1ου αιώνος μ.κ.ε, ο όρος «θεϊκός» αναφερόταν σε βασιλιάδες, ανθρώπους δια των οποίων ενεργούσε ο «θεός», γενικά στους Ισραηλίτες, στον «υιό του ανθρώπου» που έρχεται ως κριτής στο βιβλίο «Δανιήλ», και στους ημίθεους, κατά τις παραδόσεις των εθνικών. Αυτό ήταν ζυμωμένο στην συνείδηση των ανθρώπων.

Στο παρόν άρθρο, θα εξεταστεί επιγραμματικά, από που προέρχεται η γνώση μας για τον Ιησού. Αυτή η γνώση προέρχεται από προφορικές παραδόσεις που ύστερα καταγράφτηκαν σε κείμενα που εξυπηρετούσαν την ανάγκη της προπαγάνδας και της κατήχησης. Η χρονική απόσταση μεταξύ του πρώτου «κανονικού» ευαγγελίου και των «γεγονότων» που περιγράφει, είναι περίπου 30 χρόνια. Υπενθυμίζουμε στο σημείο αυτό, ότι δεχόμαστε ότι τα ευαγγέλια αναφέρονται σε «γεγονότα» ως υπόθεση εργασίας.

Δεν θα αναφερθούμε στα πολλά ευαγγέλια, στις πολλές «Αποκαλύψεις», στις πολλές επιστολές και «Πράξεις» που κυκλοφορούσαν κατά τις ύστερες δεκαετίες του πρώτου αποστολικού αιώνος, ούτε στον τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία μεταξύ 4ου και 6ου αιώνος θέσπισε επίσημα τον κανόνα της Καινής Διαθήκης, επιλέγοντας τα συγκεκριμένα βιβλία που γνωρίζουμε σήμερα ως «κανονικά», ανάμεσα σε άλλα που απέρριψε. Αυτά έχουν αναλυθεί με αρκετά άρθρα στον παρόντα ιστότοπο. Θα αναφερθούμε αποκλειστικά στα βιβλία που θεωρήθηκαν «κανονικά».

Κανένα από τα τέσσερα ευαγγέλια δεν ανήκει συγγραφικά στους θεωρούμενους ως συγγραφείς τους. Αυτά παραδόθηκαν ανώνυμα, και οι τίτλοι «Κατά Ματθαίον», «Κατά Μάρκον» κ.ο.κ., προστέθηκαν μεταγενέστερα από τους διάφορους αντιγραφείς. Οι τίτλοι αυτοί, δείχνουν ότι όσα γράφονται, δεν ανήκουν στον συγκεκριμένο ευαγγελιστή, αλλά σύμφωνα με όσα είπε ή παρέδωσε ο ευαγγελιστής. Για παράδειγμα, η κλήση του Ματθαίου αναφέρεται στο τρίτο ενικό πρόσωπο, μέσα στο ομώνυμο ευαγγέλιο. «Και παραγών ο Ιησούς εκείθεν είδεν άνθρωπον καθήμενον επί το τελώνιον Ματθαίον λεγόμενον» (Κατά Ματθαίον, 9.9). Ενώ οι μαθητές ήταν αγράμματοι, τα ευαγγέλια φαίνεται να είναι γραμμένα από μορφωμένους που έζησαν σε διαφορετικά μέρη της αυτοκρατορίας και αν κρίνουμε από τα λάθη ως προς τις ιουδαϊκές παραδόσεις, την ιστορία, τον Νόμο, αλλά και την γεωγραφία, πιθανότατα να μην είχαν καμία σχέση με την περιοχή όπου διαδραματίζονται όσα περιγράφουν. Δεν ήταν καν Εβραίοι.

Μάλιστα, για πρώτη φορά κατονομάζονται οι συγγραφείς των ευαγγελίων, από τον Ειρηναίο περίπου το 180. Τα ευαγγέλια γράφτηκαν δεκαετίες μετά το θάνατο του Ιησού, σε διαφορετικές χρονολογίες, απευθυνόμενοι οι συγγραφείς τους σε διαφορετικές κοινότητες ή ακόμα και σε μεμονωμένα πρόσωπα.

Άλλη μια πηγή πληροφόρησης, είναι τα γραπτά του πρώτου χριστιανού συγγραφέα, του Παύλου, όσες δηλαδή από τις επιστολές ανήκουν σε αυτόν, που όμως γράφει μετά από 20-30 χρόνια από το θάνατο του Ιησού. Και βέβαια, ούτε εκείνος ήταν αυτόπτης.

Ξαναγυρίζοντας στα τέσσερα ευαγγέλια, τρία από αυτά παρουσιάζουν μεγάλες ομοιότητες, αλλά και διαφορές σε συγκεκριμένα σημεία. Το τέταρτο ευαγγέλιο, το «κατά Ιωάννην», φαίνεται ότι είναι ανεξάρτητο από τα τρία προηγούμενα. Για αυτό και οι ερευνητές έχουν ονομάσει τα τρία αλληλοεξαρτώμενα ευαγγέλια ως «συνοπτικά». Το πρώτο ευαγγέλιο χρονικά, είναι το «κατά Μάρκον». Από αυτό αντλούν οι συγγραφείς του «κατά Ματθαίον» και του «κατά Λουκάν».

Οι ειδικοί έχουν διακρίνει τις πηγές για τα τρία συνοπτικά ευαγγέλια. Είναι η πηγή «Q», η πηγή «Μ», και η πηγή «L». Η πρώτη, είναι η πηγή από όπου αντλούν οι συγγραφείς του «κατά Ματθαίον» και του «κατά Λουκάν», όσον αφορά τα τμήματα που δεν υπάρχουν στο «κατά Μάρκον». Είναι κυρίως ρητά. Η δεύτερη, είναι πηγή του συγγραφέα του «κατά Ματθαίον», και αφορά τμήματα που δεν υπάρχουν ούτε στο «κατά Μάρκον», ούτε στο «κατά Λουκάν» και επίσης ούτε στην πηγή «Q». Είναι κυρίως ιστορίες. Η τρίτη, είναι πηγή για τον συγγραφέα του «κατά Λουκάν», και αφορά τμήματα που δεν υπάρχουν στους άλλους δύο και στην «Q».

Έτσι, σύμφωνα με τους ειδικούς, οι πηγές των ευαγγελίων διαμορφώνονται ως εξής:
Οι πηγές για το «κατά Μάρκον» είναι όσα λέγονταν προφορικά στην κοινότητα και πιθανότατα κάποια χαμένα γραπτά. Η παράδοση που προέρχεται από τον Ειρηναίο ότι δήθεν ο Μάρκος κατέγραψε όσα του είπε ο Πέτρος, είναι μεταγενέστερη παράδοση του Ειρηναίου, στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει τους «Γνωστικούς χριστιανούς».

Οι πηγές για το «κατά Ματθαίον», είναι το κείμενο του «Μάρκου», η πηγή «Q» (ό,τι είναι κοινό στο «κατά Ματθαίον» και στο «κατά Λουκάν», αλλά λείπει από το «κατά Μάρκον») και η πηγή «M» (ό,τι υπάρχει μόνο στο «κατά Ματθαίον»).

Οι πηγές για το «κατά Λουκάν», είναι το κείμενο του «Μάρκου», η πηγή «Q» και ό,τι υπάρχει μόνο στο κείμενο του «Λουκά», δηλαδή η πηγή «L».

Η πηγή για το «κατά Ιωάννην» ευαγγέλιο είναι οι παραδόσεις της κοινότητάς του.

Σε αυτά, πρέπει να συνυπολογιστεί το γεγονός ότι δεν έχουμε βέβαια τα πρωτότυπα, αλλά αντίγραφα αντιγράφων αντιγράφων…

Η πιθανή «αυθεντική» παράδοση για τον Ιησού, βρίσκεται στο ευαγγέλιο «κατά Μάρκον», στην πηγή «Q», «Μ», και «L». Δηλαδή, στις ανεξάρτητες και αρχαιότερες πηγές.

Αυτή η παράδοση, εμφανίζει τον Ιησού ως έναν αποκαλυπτικό προφήτη που μιλούσε στους Ιουδαίους για το «επικείμενο» τέλος του «παρόντος» αιώνος (για την εποχή εκείνη), και την μετάνοια. Αυτό ταιριάζει στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής, όπως προκύπτει από την αποκαλυπτική γραμματεία και από την βιβλιοθήκη του Νάγκ Χαμαντί στην Αίγυπτο.

Τα χαρακτηριστικά ενός Ιουδαίου αποκαλυπτικού ιεροκήρυκα, τα οποία ταιριάζουν (και) στον Ιησού, είναι τα εξής:
Α) Είναι σε όλα Ιουδαίος που μιλάει σε Ιουδαίους.
Β) Έχει δυαλιστική άποψη περί καλού και κακού ως αντιμαχόμενων δυνάμεων.
Γ) Ο παρών αιών είναι ο αιών του κακού. Επίκειται η έλευση του επίγειου βασιλείου του καλού.
Δ) Αυτή η έλευση είναι ταχεία.
Ε) Υπάρχει η κρίση του κόσμου και η επιβράβευση των αγαθών.
Στ) Υπάρχει το κήρυγμα μετανοίας και η εντολή εφαρμογής του Μωσαϊκού Νόμου.

Μερικά παραδείγματα από τις ανεξάρτητες πηγές:
Στο «κατά Μάρκον» (8.38-9.1), η γενεά χαρακτηρίζεται «μοιχαλίδα» και «αμαρτωλή». Επίσης, τονίζεται η άμεση έλευση της επίγειας Βασιλείας.

Από την πηγή «Q»: «Ώσπερ γαρ η αστραπή αστράπτουσα εκ της υπό τον ουρανόν εις την υπ ουρανόν λάμπει ούτως έσται ο υιός του ανθρώπου (…) και καθώς εγένετο εν ταις ημέραις Νώε ούτως έσται και εν ταις ημέραις του υιού του ανθρώπου» (Κατά Λουκάν, 17.24-26).
Δίδεται έμφαση, δηλαδή, στον ξαφνικό ερχομό.

«εν εκείναις ταις ημέραις μετά την θλίψιν εκείνην ο ήλιος σκοτισθήσεται και η σελήνη ου δώσει το φέγγος αυτής και οι αστέρες έσονται εκ του ουρανού πίπτοντες και αι δυνάμεις αι εν τοις ουρανοίς σαλευθήσονται και τότε όψονται τον υιόν του ανθρώπου ερχόμενον εν νεφέλαις μετά δυνάμεως πολλής και δόξης και τότε αποστέλει τους αγγέλους και επισυνάξει τους εκλεκτούς εκ των τεσσάρων ανέμων απ άκρου γης έως άκρου ουρανού [..] αμήν λέγω υμίν ότι ου μη παρέλθη η γενεά αύτη μέχρις ου ταύτα πάντα γένηται» (Κατά Μάρκον, 13.24-30).

Στην πηγή «M», «κατά Ματθαίον» 13.40-43, τονίζεται η καταδίκη των κακών και η επιβράβευση των αγαθών.

Θα πρέπει όμως να προσέξουμε πως ο «υιός του ανθρώπου» στο βιβλίο «Δανιήλ», που εκεί παρουσιάζεται ως κριτής του κόσμου να έρχεται, διακρίνεται από τον Ιησού.

Για παράδειγμα: «ος γαρ εάν επαισχυνθή με και τους εμούς λόγους εν τη γενεά ταύτη τη μοιχαλίδι και αμαρτωλώ και ο υιός του ανθρώπου επαισχυνθήσεται αυτόν όταν έλθη εν τη δόξη του Πατρός αυτού μετά των αγγέλων των αγίων» (Κατά Μάρκον, 8.38).

Εδώ, ο Ιησούς αναφέρεται στον «υιό του ανθρώπου» όπως αναφέρεται στο βιβλίο «Δανιήλ». Αλλά και στα παραπάνω εδάφια (Κατά Μάρκον, 13.24-30), το ίδιο φαίνεται. Δεν μιλάει για τον εαυτό του!

Η ταύτιση του Ιησού με τον «υιό του ανθρώπου», θα γίνει λίγο αργότερα. Όταν τίποτα από αυτά δεν έγινε, μερίδα πιστών άρχισε να δίνει ερμηνείες άγνωστες και διαφορετικές στους λοιπούς Ιουδαίους, παρερμηνεύοντας κομμάτια από τις Γραφές και εισάγοντας τον «πάσχοντα» Μεσσία. Για αυτό και στο «κατά Ιωάννην» ευαγγέλιο δεν θα βρούμε καμία αναφορά στην άμεση έλευση της Βασιλείας. Απεναντίας θα βρούμε την εικόνα του «αμνού του θεού» που σηκώνει την αμαρτία του κόσμου.

πηγη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s