Μια συγκλονιστική περιγραφή Γάλλου περιηγητή για την Αθήνα του 1829…

Με τον τίτλο “Αι Αθήναι στα 1829”, ένας περίφημος Γάλλος συγγραφέας, ο Edgar Quinet, δημοσίευσε την εποχή εκείνη σ’ ένα παρισινό περιοδικό τις εντυπώσεις του από το ταξίδι του στην τουρκοκρατημένη ακόμη Ελλάδα. Μερικά αποσπάσματα από την περιγραφή του φαντάζουν πολύ περίεργα. Ιδού ορισμένα:


Edgar Quinet (17/02/1803 – 27/03/1875)

Πλέαμε γιαλό-γιαλό την παραλία του Πειραιά, χωρίς να βλέπουμε κανένα σημείο ζωής. Ούτε βάρκα φαινόταν ούτε άνθρωποι ούτε ζώο κανένα. Βαθιά σιωπή παντού, σαν να ήταν ολότελα έρημη και ακατοίκητη η γη εκείνη.

Στο βάθος του μικρού κόλπου ασπρολογούσαν τα ερείπια της Μονής του Αγίου Σπυρίδωνος, που είχε καταστραφεί τώρα τελευταία. Έξαφνα, τρεις Τούρκοι στρατιώτες βγήκαν από ένα κανονιοστάσιο, χτισμένο στον λόφο της Μουνυχίας (Καστέλλα) και κατηφόρισαν γρήγορα προς το μέρος μας.

Στο καΐκι μας είχαμε τρεις Υδραίους ναύτες κι έναν Αθηναίο διερμηνέα. Περιμέναμε, λοιπόν, με ανυπομονησία να δούμε πώς θα υποδέχονταν οι Τούρκοι τους Έλληνες, με τους οποίους βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση.

Όταν οι Τούρκοι προχώρησαν αρκετά, ώστε η φωνή μας να μπορεί να φτάσει καθαρά έως αυτούς, ο διερμηνέας μας τους φώναξε ότι επιθυμούσαμε να μιλήσουμε στον Αγά. Συγχρόνως, ενώ η βάρκα μας πλεύρισε τη στεριά, ο διερμηνέας μας πήδησε έξω, μαζί με έναν από εμάς και προχώρησε στον προμαχώνα, παρακολουθούμενος από έναν Αλβανό.

Εν τω μεταξύ, οι δελήδες (Τούρκοι ιππείς) πέρασαν κοντά μας καλπάζοντας, δίχως να στραφούν να μας κοιτάξουν, ενώ τους ακολουθούσε ένα κοπάδι σκύλων.

Ύστερα από μισή ώρα, ο διερμηνέας γύρισε, φέρνοντας ευχάριστες ειδήσεις. Ο Αγάς μάς επέτρεψε την έξοδο από τη βάρκα και μάλιστα, θα μας έστελνε και άλογο, για να μεταφέρει τα πράγματά μας στην Αθήνα.

Κατά την αναμονή μας, πήγαμε να αναπαυθούμε κάτω από τους θόλους του Μοναστηριού. Στρατιώτες αλήτες περνούσαν κοντά μας, στέκονταν και μας θωρούσαν περίεργα. Ήταν σχεδόν γυμνοί, άγριοι και πειναλέοι. Σχεδόν ερωτοτροπούσαν με τα τρόφιμά μας και στο τέλος, ρίχτηκαν και μας τα άρπαξαν.

Ένας νέος Αιγύπτιος στρατιώτης έβαλε το στόμα του στην κάνουλα ενός μικρού βαρελιού με ρούμι, ήπιε μπόλικο και έπεσε καταγής αναίσθητος από το βαρύ μεθύσι. Οι Τούρκοι αυτοί συμπεριφέρονταν σαν τρελοί! Πυροβολούσαν κατά των πετρών ή εναντίον της θάλασσας κι έπειτα ξαναγύριζαν να καθίσουν κοντά μας, άφωνοι, ασάλευτοι, σαλεμένοι…

Ένας από τους Υδραίους μας, που καταλάβαινε τουρκικά, μας είπε ότι οι Τούρκοι έλεγαν μεταξύ τους πως είμαστε κατάσκοποι και ότι έπρεπε να μας αποκεφαλίσουν! Στην κρίσιμη εκείνη στιγμή, ευτυχώς, κατέφτασε η συνοδεία που μας είχε υποσχεθεί ο Τούρκος διοικητής των Αθηνών, ο Αγάς. Φορτώσαμε τότε πάνω στ’ άλογο τις αποσκευές μας. Η βάρκα μας απομακρύνθηκε από την ακτή, εκτός βολής πυροβόλου, περιμένοντας αντίκρυ στο λιμάνι την επιστροφή μας. Κι έτσι, κινήσαμε πεζοί κάτω από έναν ήλιο λαμπρότατο και φλογερότατο.

Ύστερα από λίγα λεπτά είδαμε τα πρώτα ίχνη των περίφημων Μακρών Τειχών των αρχαίων Ελλήνων. Δέος! Πού και πού απαντούσαμε τα χαρακώματα που κατασκεύαζαν οι σύγχρονοι Έλληνες στην άτυχη εκείνη εκστρατεία τους, όπου σκοτώθηκε ο Καραϊσκάκης.

Σε κάθε βήμα μας, κορμοί δέντρων πεσμένων και μισοκαμένων εμπόδιζαν το διάβα μας. Αλλά ήταν εύκολο να παραμείνουμε στη στράτα μας και να μη λοξοδρομήσουμε, γιατί είχαμε στυλώσει το βλέμμα μας, σαγηνεμένοι, στους Στύλους των Προπυλαίων και του Ερεχθείου, που στραφτάλιζε η παλλευκότητά τους μέσα από τα φυλλώματα.

Ο Αλβανός οδηγός μας, καλπάζοντας μπροστά από εμάς, πυροβολούσε κάθε τόσο στον αέρα. Τότε, μερικοί Τούρκοι που κοιμόντουσαν μέσα σε κάτι ψηλά αγριόχορτα, ξυπνούσαν ταραγμένοι και άρπαζαν τα όπλα.

Μετά από μια ώρα δρόμο βγήκαμε από τον Ελαιώνα, μπήκαμε σε μια ομαλή πεδιάδα και φτάσαμε στην Αθήνα, που δυστυχώς έμοιαζε τότε μ’ έναν μεγάλο τάφο…

Κατεβήκαμε στο κατώτερο σημείο της πόλης και προχωρήσαμε σε μια στενή πάροδο, που αποτελούσε την Αγορά. Στις δυο πλευρές της στράτας εκτείνονταν οριζοντίως κλαδιά δέντρων, που η σκιά τους κατέβαινε παχιά επάνω σε λάκκους γεμάτο μαύρο βούρκο. Μερικοί χλομοί άνθρωποι, οπλισμένοι ως τα δόντια, κάθονταν χάμω και έτρωγαν γιαούρτι. Άλλοι έπαιζαν τάβλι ή γρατζουνούσαν ένα παράξενο μουσικό όργανο, που το αποκαλούσαν μπουζούκι.

Μια ομάδα υπόδουλων γυναικών, τις οποίες οι Τούρκοι είχαν αφήσει παντέρημες, στέκονταν ορθές, σκεπασμένες με ένα είδος πέπλου, όπως ο χορός των αρχαίων ικέτιδων.

Η καταθλιπτική σιγή διακόπηκε απότομα από τον άτονο και ρινόφθογγο ήχο της ασκομαντούρας μιας στρατιωτικής μουσικής. Κουκουβάγιες, τυφλωμένες από τον ζωοποιό ήλιο, χτυπούσαν με τις βαριές φτερούγες τους τους τοίχους ενός βυζαντινού ναού.

Στην κορυφή ενός μιναρέ, μια οικογένεια πελαργών λούφαζε μέσα στη φωλιά της, αδιαφορώντας για τη γύρω δυστυχία. Αφρικανικές χουρμαδιές, που προξενούσαν κατάπληξη στον επισκέπτη για την αντίθεση μέσα στη χώρα αυτή του Κέκροπα, επαύξαναν το θέαμα της ερήμωσης…

Κατόπιν, σταθήκαμε μπροστά στην πόρτα ενός στρατιωτικού διοικητή του πρώτου άρχοντα των σημερινών Αθηνών. Βρήκαμε τον θλιβερό διάδοχο του Περικλή στρογγυλοκαθισμένο σε μια ψάθα, στη γωνιά ενός τοίχου, σε μια εξωτερική στοά. Η έκφρασή του ήταν άγρια και το πρόσωπό του βλοσυρό κι αυλακωμένο από τους χρόνους. Ο Αγάς φαινόταν ως εξήντα χρόνων. Είχε λάβει μέρος στους Αιγυπτιακούς Πολέμους.

Μας υποδέχτηκε με ψυχρότητα και ούτε μας ρώτησε να μάθει καν ποιοι είμαστε, από πού ερχόμασταν και τι γυρεύαμε. Είχαμε ήδη πληροφορηθεί την παράδοξη μονομανία του Οθωμανού αυτού αξιωματούχου να διηγείται παντού και σε όλους πώς πολέμησε και πώς κατατρόπωσε τον ίδιο τον Μέγα Ναπολέοντα κοντά στις Πυραμίδες.

Επομένως, είχαμε προετοιμαστεί να υποστούμε καρτερικά την υπόμνηση της ήττας εκείνης. Ευτυχώς, όμως, ο Αγάς των Αθηνών δε μας ανέφερε τους θριάμβους του. Μας ρώτησε με προσποιητή αδιαφορία για τα σχέδια του Καποδίστρια, για τον αριθμό των ελληνικών φρουρών, για τις ετοιμασίες των Ελλήνων. Καμωνόταν ότι δε γνώριζε για την άλωση της Ναυπάκτου από τους Έλληνες και την απελευθέρωσή της.

Έπειτα, εντελώς απότομα, άρχισε να βρίζει έναν Άγγλο πλοίαρχο, ο οποίος είχε αποπειραθεί να αρπάξει από την Αθήνα ένα άγαλμα και να το βάλει στη φρεγάτα του και τον οποίο έδιωξε με κλωτσιές, όπως ισχυριζόταν.

Αργότερα μάθαμε γιατί ο Αγάς φρόντιζε τόσο πολύ για τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Φοβόταν τον ξεσηκωμό των Ελλήνων, αυτή ήταν η μόνη αιτία. Η αλήθεια ήταν ότι μόλις δύο μέρες πριν από την άφιξή μας στην Αττική, ο λαός είχε στασιάσει και λίγο έλειψε να λιθοβολήσει δύο Φράγκους, γιατί αγόραζαν λαθραία και μετέφεραν μακριά από την πατρογονική τους γη διάφορες βαρύτιμες αρχαιότητες. Αυτό οι Έλληνες δεν το ανέχονταν! Τα αρχαία των προγόνων τους έπρεπε πάση θυσία να παραμείνουν στον βασανισμένο τόπο τους.

Ο Αγάς σιγά-σιγά καταπραΰνθηκε και μας χορήγησε την άδεια να μείνουμε δυο μέρες στην πόλη, με τη συμφωνία να μην αγγίξουμε καμία αρχαία πέτρα. Αποχαιρετήσαμε τον δεσμοφύλακα των Αθηνών και κινήσαμε να φύγουμε.

Στον δρόμο ανταμώσαμε δύο Γάλλους ιατρούς της τουρκικής φρουράς. Μας οδήγησαν στο σπίτι ενός Αρμένη, βοηθού τους, για να αναπαυθούμε. Στερούνταν τα πάντα, ακόμη και τα πλέον βασικά. Δεν είχαν ούτε καν νυστέρι! Συνοδεύονταν από δύο στρατιώτες, που περισσότερο τους κατασκόπευαν παρά τους υπηρετούσαν. Όχι μόνο οι Τούρκοι δεν τους έδιναν μισθό, αλλά ούτε ψωμί να φάνε.

Μάλιστα, ο ένας από αυτούς μόλις είχε συνέλθει από παραφροσύνη τόσο έντονη, που ο άλλος ιατρός, ο συνάδελφός του, είχε αναγκαστεί να τον έχει ακόμη δεμένο χειροπόδαρα, κυρίως για να μη βλάψει τον εαυτό του. Κι όμως, οι Οθωμανοί τον κρατούσαν αναγκαστικά στην Αθήνα, για να γιατρεύει τους στρατιώτες τους. Ασύλληπτο!

Οι δύο Γάλλοι ιατροί μάς διηγήθηκαν πολλά και περίεργα. Βαθιά εντύπωση μου έκαναν τα θηριώδη βασανιστήρια, στα οποία ο Αγάς, μπροστά στους δύο αυτούς επιστήμονες, είχε υποβάλει έναν Έλληνα αιχμάλωτο. Τον έγδαραν ζωντανό από το κεφάλι έως τα πόδια. Μετά του έμπηξαν ένα τσιγκέλι στο στήθος κι έτσι, τον κρέμασαν από μια ελιά. Ο δύστυχος έζησε μια ολόκληρη ημέρα…

Από μια άλλη πηγή πληροφορήθηκα ότι ένας άλλος ιατρός, φιλέλληνας, έπεσε αιχμάλωτος στα χέρια άτακτων Αλβανών στον Πειραιά, όπου υπέστη ανεκδιήγητους εξευτελισμούς. Οι Αλβανοί τον κορόιδευαν για τα παραπανίσια κιλά του και στο τέλος, τον έδεσαν σ’ ένα δέντρο και τον χρησιμοποιούσαν για σημάδι. Τον τουφέκιζαν για ώρες. Και το πτώμα του απλώς το άφησαν εκεί, να το σαλεύει πέρα-δώθε ο άνεμος.

Το πρώτο μνημείο που είδα μπαίνοντας στην πόλη και θαύμασα ήταν το Θησείο. Μια από τις κολώνες του χτυπήθηκε από σφαίρα κανονιού, ενώ άλλη από κεραυνό. Μα, μέσα σε τούτη τη δυστυχία του υπερήφανου ελληνικού λαού, βρέθηκε ένα σπλαχνικό χέρι και περίζωσε τη δεύτερη αυτή κολώνα με σιδερένια στεφάνη.

Εξέτασα τα περίφημα ανάγλυφα στις μετόπες του ναού, που ήταν ακρωτηριασμένα. Είχαν ωστόσο τεράστια ιστορική αξία, καθώς παρουσίαζαν για πρώτη φορά τον συνδυασμό των άθλων του Ηρακλή και τους μύθους του Θησέα.

Εκεί κοντά μας έδειξαν ένα άγαλμα, που το είχαν βγάλει εκείνες τις μέρες από τα ερείπια: ένας κολοσσιαίος κορμός που κατέληγε σε ουρά ψαριού. Ένα είδος Τρίτωνος. Πιο πέρα είδαμε ένα ανάγλυφο μόλις γεννημένο από τα σπλάχνα της γης. Παρίστανε έναν κλάδο ελιάς με ένα φίδι ολόγυρα. Στη βυζαντινή τέχνη απεικονίζει το συμβολικό δέντρο του Μωυσή.

Κατεβαίνοντας προς τα δεξιά, περάσαμε κάτω από μια δωρική πύλη, στην κορυφή της οποίας μια οικογένεια πελαργών είχε δομήσει την οικία της. Ήταν η λεγόμενη Πύλη του Αδριανού. Μαγεμένος, μόλις πήρα ευλαβικά να αντιγράφω μια σχετική επιγραφή, δέχτηκα έξαφνα λιθοβολισμό από Τούρκους στρατιώτες, τους οποίος έως εκείνη τη στιγμή δεν είχα δει. Τα λιθάρια πέφτανε βροχή καταπάνω μου και θα με σκότωναν το δίχως άλλο, αν δεν ήμουν γερός στα πόδια.

Έτρεξα, λοιπόν, προς το μέρος των συντρόφων μου, τους οποίους βρήκα απέναντι από έναν ψηλό τοίχο, επάνω στον οποίο δέσποζαν επτά αγέρωχες κολώνες κορινθιακού ρυθμού. Κατ’ άλλους ήταν ο Ναός του Ολυμπίου Διός, ενώ κατ’ άλλους ο λεγόμενος Παρθενώνας του Αδριανού.

Ο ήλιος βασίλευε. Γυρίσαμε στην Αγορά για να ιππεύσουμε. Περάσαμε έναν πλατύ τόπο ανάμεσα στον αρχαίο δήμο του Κολυττού και στο Πρυτανείο, στους βόρειους πρόποδες της Ακρόπολης, όπου ήταν τριγυρισμένος από φτωχοκάλυβα, φτιαγμένα πρόχειρα από χώμα και κλαδιά. Είδαμε να βγαίνουν από αυτές τις άθλιες καλύβες μερικοί Έλληνες χωρικοί, στους οποίους επιτρεπόταν να μένουν εκεί, υπό τον όρο να καλλιεργούν τα γύρω χωράφια.

Ένα ευλογημένο δροσερό αεράκι κατέφτανε από την κυανότατη θάλασσα. Μέσα από τα κινούμενα ολόχρυσα στάχυα, που χόρευαν αγκαλιά με την αύρα, φανερώθηκε μπροστά μας η ανείπωτη αίγλη από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός.

Ανάμεσα από τους αγροτικούς αυτούς “πίνακες” που θωρούσαν τα μάτια μας, οι αρχαίοι αυτοί στύλοι έμοιαζαν με πελώρια μαρμάρινα φυτά, τα οποία κάποιος θεϊκός θεριστής απολησμόνησε να θερίσει.

Σιμώσαμε με το στόμα να χάσκει ανοιχτό και μετρήσαμε δεκατρείς στύλους, ενωμένους μεταξύ τους με επιστύλια. Τρεις άλλες κολώνες ορθώνονταν προς τους ουρανούς χωρισμένες, νοτιοδυτικά. Σε ανάστημα ανθρώπου, οι Τούρκοι είχαν σπάσει τις ραβδώσεις τους, για να τις κάνουν ασβέστη!…

Ο ναός τούτος, ο απερίγραπτος σε κάλλος, ίσως ο ορισμός του κάλλους και της αρμονίας, κατά την αρχαιότητα ήταν ο μεγαλύτερος σε όλη την Ελλάδα. Επάνω σε βάθρο έφερε το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία, ίσο με τους Κολοσσούς της Ρόδου και της Ρώμης.

Επτά αιώνες χρειάστηκαν για να αποπερατωθεί το μεγαλοπρεπέστατο τούτο μνημείο της πανανθρώπινης αξίας και αποτελεί πιστή εικόνα του βίου του ελληνικού λαού, σκέφτηκα.

Ο παλαιός ναός θεμελιώθηκε από τον Δευκαλίωνα, χτίστηκε από τον Πεισίστρατο, διακοσμήθηκε από τους βασιλείς της Μακεδονίας και τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, λεηλατήθηκε από τον Σύλα, εγκαινιάστηκε από τον Αύγουστο, ολοκληρώθηκε στην εποχή του Αδριανού.

Αποτελεί ξεκάθαρα την ολοζώντανη αναπαράσταση της Ιστορίας του πνεύματος των Ελλήνων. Φαίνεται πως και οι σύγχρονοι Έλληνες λατρεύουν τον ναό με όλη τους την καρδιά. Μάλιστα, ένας αθηναϊκός θρύλος εξιστορεί πως τον καιρό που γκρεμίστηκε ένας από τους στύλους, οι ραγιάδες που κατοικούσαν στις γύρω καλύβες νόμιζαν πως κάθε βράδυ άκουγαν μακρόσυρτους στεναγμούς, θρήνους και κοπετούς να βγαίνουν από τα μάρμαρα εκείνα.

Και η λύπη του υπόδουλου λαού για το πέσιμο της κολώνας ήταν τόση, ώστε η τουρκική Αρχή έκανε ανακρίσεις να μάθει την αιτία και όταν βεβαιώθηκε πως οφειλόταν σε κάποιον Τούρκο που είχε σκάψει παρανόμως κάτω από τον ναό, ο βοεβόδας των Αθηνών τον έπαψε από τη θέση του.

Με αυτόν τον πονηρό τρόπο, η επίσημη Τουρκία έριχνε στάχτη στα μάτια της φιλάρχαιης Ευρώπης πως τάχα φρόντιζε για τα υπέροχα και ανυπέρβλητα μνημεία του αρχαίου Ελληνισμού!

Όσο πλησίαζε η στιγμή να αφήσω την Αθήνα, κάθε τοπίο που ήταν σαν ζωγραφιά και που η τύχη μου παρουσίαζε ενώπιον των θαμπωμένων και υγρών ματιών μου, μου γινόταν απολύτως πολύτιμο και ξεχωριστό.

Λίγο πιο πέρα συναντήσαμε ένα σώμα ιππικού. Τα άλογα ποτίζονταν στα νερά του Ιλισσού ποταμού, ενώ οι άντρες, καθισμένοι στα χόρτα, είχαν τις πλάτες γυρισμένες προς εμάς. Περάσαμε με δυσκολία τους βάλτους που σχηματίζονταν στο βάθος του Πειραιά από τα ρεύματα του όρους Αιγάλεω.

Η βάρκα που μας περίμενε στη μέση του λιμανιού πλησίαζε προς την ξηρά. Μπήκαμε στο καΐκι μας. Ο άνεμος ήταν δυνατός και εμπόδιζε το ταξίδι μας. Αναγκάστηκαν οι ναύτες μας να μαζέψουν τα πανιά. Πρότειναν τότε να βάλουμε πλώρη κατά τη Σαλαμίνα. Αλλά, αντίθετα, ο αγέρας μας έσπρωξε προς την Ψυτάλλεια, ένα μικρό νησάκι.

Η Ψυτάλλεια ήταν έρημη, χωρίς ίχνος βλάστησης και το σχήμα της ήταν όμοιο με το καβούκι της χελώνας. Γύρω στις δέκα τη νύχτα βρήκαμε έναν μικρό ορμίσκο, χωμένο στους βράχους, όπου αράξαμε για να διανυκτερεύσουμε. Αναλογίστηκα πως βρισκόμασταν ακριβώς καταμεσής της θάλασσας, όπου το 480 π.Χ. είχε διεξαχθεί μια από τις σημαντικότερες ναυμαχίες όλων των εποχών, η Ναυμαχία της Σαλαμίνας, όπου οι Έλληνες αντιμετώπισαν τον αναρίθμητο στρατό και στόλο του κοσμοκράτορα Πέρση βασιλιά, του Ξέρξη.

Στο νησάκι αυτό το ασήμαντο, εκείνη την ημέρα, η Ελλάς, η μητέρα των Εθνών του Κόσμου, εξετέλεσε το θεάρεστο έργο της μεγάλης της αποστολής, που ήταν η βαθιά και τεκμηριωμένη έννοια της Ελευθερίας.

Όταν τα μεγάλα πλοία του Ξέρξη άρχισαν να συντρίβονται επάνω στους βράχους της Ψυτάλλειας, γίνηκε πια ολοφάνερο ότι η κυριαρχία του κόσμου ανήκε πλέον στους Έλληνες.

Κι ενώ ο ασιατικός κολοσσός, ακρωτηριασμένος, συντετριμμένος, επέστρεφε στο βάθος των βαρβαρικών του ναών, ο Σοφοκλής, νεανίσκος ακόμη τότε, υμνολογούσε στο αντικρινό ακρωτήριο, ως αρχηγός του χορού των εφήβων, τη δόξα της πατρίδας του.

Η νύχτα εκείνη ήταν η ωραιότερη που είδα στην Ελλάδα. Κανένα άστρο δεν έλειπε από τον ουρανό. Ο βράχος μας προφύλαγε από τα κύματα, που έφταναν ήσυχα ως εμάς. Ένας ναύτης σιγοτραγουδούσε έναν παραπονεμένο σκοπό, σαν αδύναμο στεναγμό ανέμου. Άλλος μάζευε κοχύλια…

Κουρασμένος από τους κόπους, αφού ονειροπόλησα και πάλι για το μεγαλείο και την ερήμωση της πανέμορφης τούτης χώρας, σκεπάστηκα με την κάπα μου και αποκοιμήθηκα, ακουμπώντας επάνω στο κατάρτι κι έχοντας τη Μεγάλη Άρκτο σχεδόν πάνω από το κεφάλι μου.

Η είδηση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ΜΠΟΥΚΕΤΟ”, στις 13/06/1929…


Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ΜΠΟΥΚΕΤΟ”, στις 13/06/1929πηγη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s