Ο Έλον Μασκ «χτίζει» έναν κόσμο επιστημονικής φαντασίας και είμαστε παγιδευμένοι σε αυτόν

Από τον Άρη στο metaverse οι μεγιστάνες της τεχνολογίας δημιουργούν ένα νέο είδος καπιταλισμού: μια ακραία, εξωγήινη εκδοχή του.

Την τελευταία εβδομάδα του Οκτωβρίου, ο Μπιλ Γκέιτς (με περιουσία 138 δισ. δολ.) γιόρτασε τα 66α γενέθλιά του κάπου στα παράλια της Τουρκίας, μεταφέροντας τους προσκεκλημένους του από το ενοικιασμένο σκάφος του σε ένα παραλιακό θέρετρο με ιδιωτικό ελικόπτερο. Μεταξύ των καλεσμένων, σύμφωνα με τοπικά μέσα, ήταν και ο Τζεφ Μπέζος (με περιουσία 197 δισ. δολ.), ο οποίος μετά το πάρτι επέστρεψε στο δικό του σκάφος, όχι όμως στο σούπερ γιοτ που κατασκευάζει, κόστους άνω των 500 εκατ. δολαρίων.

Ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου, Έλον Μασκ, (με περιουσία 317 δισ. δολ.), δεν έδωσε το «παρών». Πιθανότατα βρισκόταν στο Τέξας, όπου η εταιρεία του Space X ετοιμαζόταν να εκτοξεύσει έναν ακόμη πύραυλο στο διάστημα. Ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ (με περιουσία 119 δισ. δολ.) επίσης δεν παρευρέθηκε, αλλά την επομένη του πάρτι, ανακοίνωσε το σχέδιό του για το metaverse, έναν «κόσμο» εικονικής πραγματικότητας, όπου κάποιος φορώντας ειδικά ακουστικά και εξοπλισμό, μπορεί να περάσει την ημέρα του ως avatar, κάνοντας πράγματα ανάλογα με αυτά που κάνουν οι κροίσοι, όπως να πηγαίνει σε πάρτι σε απομακρυσμένα νησιά του Αιγαίου, να ταξιδεύει με γιοτ ή να πετάξει με πύραυλο.

Το metaverse αποτελεί ταυτόχρονα μια απεικόνιση αλλά και παραπλάνηση από την ευρύτερη και πιο ανησυχητική στροφή στην ιστορία του καπιταλισμού. Οι δισεκατομμυριούχοι της τεχνολογίας δημιουργούν ένα νέο είδος καπιταλισμού: τον «Μασκισμό”. Ο Μασκ, που του αρέσει να τρολάρει τους ανταγωνιστές του, χλεύασε το metaverse του Ζούκερμπεργκ. Αλλά από τις αποστολές στον Άρη και τη Σελήνη έως το metaverse, όλες αυτές οι εξελίξεις αποτελούν χαρακτηριστικά του Μασκισμού: ενός ακραίου, εξωγήινου καπιταλισμού, όπου οι τιμές των μετοχών καθοδηγούνται λιγότερο από τα κέρδη και περισσότερο από τις φαντασιώσεις επιστημονικής φαντασίας.

Ο όρος του metaverse προέρχεται από ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας του 1992 του Νιλ Στίβενσον, αλλά η ιδέα είναι πολύ παλαιότερη. Μια εκδοχή του, το holodeck (δωμάτιο εικονικής πραγματικότητας), το γνωρίσαμε μέσω του «Star Trek», την τηλεοπτική σειρά επιστημονικής φαντασίας με την οποία ο Μπέζος είχε εμμονή ως παιδί. Τον περασμένο μήνα εξάλλου, έστειλε στο διάστημα τον Ουίλιαμ Σάτνερ, τον ηθοποιό που ενσάρκωσε τον ρόλο του Κάπτεν Κερκ στην τηλεοπτική σειρά. Οι δισεκατομμυριούχοι, έχοντας διαβάσει ιστορίες οικοδόμησης νέων κόσμων ως παιδιά, άνδρες πλέον, είναι αρκετά πλούσιοι ώστε να χτίσουν νέους κόσμους. Οι υπόλοιποι είμαστε παγιδευμένοι σε αυτούς.

Παραδόξως, ο Μασκισμός, μια ακραία εκδοχή καπιταλισμού, εμπνέεται από ιστορίες που κατακρίνουν τον… καπιταλισμό. Στα στούντιο της Amazon ο Μπέζος προσπάθησε να μεταφέρει στο γυαλί της τηλεόρασης τη διαστημική σειρά «Culture” του Σκωτσέζου συγγραφέα Ίαν Μπανκς (από τους πολύ αγαπημένους του Μπέζος). Ο Ζούκερμπεργκ κατατάσσει το έργο στα βιβλία που πιστεύει ότι όλοι πρέπει να διαβάσουν κάποτε, ενώ και ο Μασκ έγραψε παλαιότερα στο Twitter: «Αν θέλετε να ξέρετε, είμαι ένας ουτοπικός, αναρχικός του στυλ που περιγράφεται καλύτερα από τον Ίαν Μπανκς.

Όμως ο Μπανκς δήλωνε σοσιαλιστής. Σε συνέντευξή του το 2010, τρία χρόνια πριν από το θάνατό του, περιέγραψε τους πρωταγωνιστές της σειράς «Culture” ως «χίπιδες κομουνιστές με υπερ-όπλα και βαθιά δυσπιστία για την Αγορολατρεία (Marketolatry) και την Απληστία». Ο ίδιος εξέφρασε επίσης την έκπληξή του για το γεγονός ότι κάποιος θα μπορούσε να πει ότι τα βιβλία του προωθούν τον φιλελευθερισμό της ελεύθερης αγοράς, διερωτώμενος: «Ποιο σημείο από την έλλειψη ιδιωτικής ιδιοκτησίας και την απουσία χρημάτων στα μυθιστορήματα του Culture έχουν αγνοήσει αυτοί οι άνθρωποι;».

Ομολογουμένως, είναι πιθανό ο θαυμασμός αυτών των ανθρώπων για την επιστημονική φαντασία να αποτελεί μια «φλύαρη” ανάγκη δημόσιων σχέσεων, αλλά πρόκειται για πολύ έξυπνους ανθρώπους και υπάρχει η αίσθηση ότι έχουν πράγματι διαβάσει αυτά τα βιβλία. (Ο Γκέιτς, που έχει στραφεί στη φιλανθρωπία, δεν ασχολείται πολύ με όλα αυτά. Εχει διαβάσει πολλά βιβλία επιστημονικής φαντασίας ως παιδί, αλλά τα έχει αφήσει πίσω του, ενώ κάποτε έβαλε ένα βιβλίο μου σε λίστα με βιβλία δώρων για τις γιορτές, οπότε δεν είμαι σε θέση να αμφισβητήσω το γούστο του.) Ο Μασκισμός, όμως, φαίνεται να στηρίζεται σε παρερμηνείες.

Ο Μασκισμός έχει τις ρίζες του στη Silicon Valley της δεκαετίας του 1990, όταν ο Μασκ παράτησε το διδακτορικό του στο Stanford για να ξεκινήσει αρχικά την πρώτη του και στη συνέχεια τη δεύτερη εταιρεία του, X.com. Καθώς το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών μεγάλωνε όλο και περισσότερο, οι διεκδικήσεις των startups της Silicon Valley έγιναν όλο και πιο μεγάλες. Η Google δημιούργησε ένα τμήμα Έρευνας και Ανάπτυξης ονόματι «X”, στόχος του οποίου είναι «να λύσει ορισμένα από τα πιο δύσκολα προβλήματα του κόσμου».

Οι τεχνολογικές εταιρείες άρχισαν να μιλούν για την αποστολή τους και η αποστολή τους ήταν πάντα εντυπωσιακά «παραφουσκωμένη”: Να μεταμορφώσουν το μέλλον της εργασίας, να διασυνδέσουν την ανθρωπότητα, να κάνουν τον κόσμο καλύτερο, να σώσουν ολόκληρο τον πλανήτη. Ο Μασκισμός είναι ένας καπιταλισμός στον οποίο οι εταιρείες ανησυχούν -δημόσια και έντονα- για κάθε είδος καταστροφής που απειλεί να καταστρέψει τον κόσμο, για την -πραγματική- καταστροφή της κλιματικής αλλαγής, αλλά πιο συχνά για μυστηριώδεις «υπαρξιακούς κινδύνους», συμπεριλαμβανομένης της εξαφάνισης της ανθρωπότητας, από τους οποίους μόνο οι τεχνολογικοί δισεκατομμυριούχοι, προφανώς, μπορούν να μας σώσουν.

Αλλά ο Μασκισμός έχει επίσης παλαιότερες ρίζες, συμπεριλαμβανομένου του βιογραφικού του ίδιου του Μασκ. Μεγάλο μέρος του Μασκισμού προέρχεται από το τεχνοκρατικό κίνημα που άκμασε στη Βόρεια Αμερική τη δεκαετία του 1930 και είχε ως ηγέτη τον παππού του Μασκ, Τζόσουα Ν. Χάλντεμαν, ένθερμο αντικομμουνιστή. Όπως ο Μασκισμός, η τεχνοκρατία εμπνεύστηκε από την επιστημονική φαντασία και στηρίχθηκε στην πεποίθηση ότι η τεχνολογία μπορεί να λύσει όλα τα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα. Οι τεχνοκράτες, όπως αποκαλούσαν τους εαυτούς τους, δεν εμπιστεύονταν τη δημοκρατία ή τους πολιτικούς, τον καπιταλισμό ή το νόμισμα. Επίσης, διαφωνούσαν με τη χρήση προσωπικών ονομάτων: ένας τεχνοκράτης παρουσιάστηκε σε μια συγκέντρωση ως «1x1809x56». Ο μικρότερος γιος του Έλον Μασκ ονομάζεται X Æ A-12.

Ο παππούς του Μασκ μετακόμισε με την οικογένειά του από τον Καναδά στη Νότια Αφρική το 1950, δύο χρόνια μετά την άνοδο του καθεστώτος του απαρτχάιντ. Στη δεκαετία του 1960, η Νότια Αφρική στρατολόγησε μετανάστες χαρακτηρίζοντας τον εαυτό της ως πλούσιο και ηλιόλουστο παράδεισο αποκλειστικά για λευκούς. Ο Έλον Μασκ γεννήθηκε στην Πρετόρια το 1971. (Ο Έλον Μασκ ήταν παιδί του απαρτχάιντ. Έφυγε από τη Νότια Αφρική στα 17 του για να αποφύγει την υποχρεωτική στρατολόγηση).

Ως έφηβος, είχε διαβάσει το «The Hitchhiker’s Guide to the Galaxy» του Ντάγκλας Άνταμς• σχεδιάζει μάλιστα να δώσει στον πρώτο πύραυλο της SpaceX που θα πάει στον Άρη με το όνομα του διαστημοπλοίου του βιβλίου, το «Heart of Gold”. Το «Hitchhiker’s Guide» δεν έχει metaverse, αλλά έχει έναν πλανήτη ονόματι «Magrathea”, του οποίου οι κάτοικοι κατασκεύασαν έναν τεράστιο υπολογιστή για να του κάνουν μια ερώτηση σχετικά με τη «ζωή, το σύμπαν και τα πάντα». Ο Μασκ λέει ότι το βιβλίο τού δίδαξε ότι «αν μπορείς να διατυπώσεις σωστά την ερώτηση, τότε η απάντηση είναι το εύκολο μέρος». Αλλά αυτό δεν είναι το μόνο δίδαγμα του «Hitchhiker’s Guide», το οποίο επίσης δεν ξεκίνησε ως βιβλίο. Ο Άνταμς το έγραψε για το BBC Radio 4 και, ξεκινώντας το 1978, μεταδόθηκε σε όλο τον κόσμο — ήτοι και στην Πρετόρια.

«Πίσω στα αρχαία χρόνια, στις μεγάλες και ένδοξες μέρες της πρώην γαλαξιακής αυτοκρατορίας, η ζωή ήταν άγρια, πλούσια και, συνολικά, αφορολόγητη», τονίζει ο αφηγητής στην αρχή ενός από τα πρώτα επεισόδια. «Πολλοί άνδρες, φυσικά, έγιναν εξαιρετικά πλούσιοι, αλλά αυτό ήταν απολύτως φυσικό και δεν έπρεπε να ντρέπεται κανείς, διότι κανείς δεν ήταν πραγματικά φτωχός, τουλάχιστον, κανείς για τον οποίο αξίζει να μιλήσουμε». Το «Hitchhiker’s Guide» αποτελεί μια εκτεταμένη και πολύ, πολύ αστεία κριτική για την οικονομική ανισότητα.

Η πρώιμη επιστημονική φαντασία εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια μιας εποχής ιμπεριαλισμού: Οι ιστορίες για ταξίδια σε άλλους κόσμους ήταν γενικά ιστορίες για τη Βρετανική Αυτοκρατορία. Όπως είπε και ο ίδιος ο Σέσιλ Ρόουντς, «θα προσαρτούσα τους πλανήτες αν μπορούσα». Η καλύτερη πρώιμη επιστημονική φαντασία αποτελούσε κριτική στον ιμπεριαλισμό. Ο Γουέλς ξεκίνησε το μυθιστόρημά του «War of the Worlds» το 1898, στο οποίο οι Αρειανοί εισβάλλουν στη Γη, σχολιάζοντας τη βρετανική αποικιακή επέκταση στην Τασμανία, γράφοντας ότι οι Τασμανοί, «παρά την ανθρώπινη ομοιότητά τους, εξαφανίστηκαν εντελώς σε έναν πόλεμο εξόντωσης από τους Ευρωπαίους μετανάστες, σε διάστημα 50 ετών. Είμαστε τέτοιοι ‘Απόστολοι’ του ελέους που παραπονιόμαστε για το αν οι Αρειανοί πολέμησαν με το ίδιο πνεύμα;». Ο Γουέλς δεν δικαιολογούσε τους Αρειανούς, κατηγορούσε τους Βρετανούς.

Ο Ντάγκλας Άνταμς ήταν για τη Νότια Αφρική ό,τι ο Χ. Τζ. Γουέλς για τη Βρετανική Αυτοκρατορία. Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ κατήγγειλε το απαρτχάιντ ως παραβίαση του διεθνούς δικαίου το 1973. Τρία χρόνια αργότερα, αστυνομικοί άνοιξαν πυρ εναντίον χιλιάδων μαύρων μαθητών κατά τη διάρκεια διαμαρτυρίας στο Σοβέτο, ένα περιστατικό που μεταδόθηκε εκτενώς από το BBC.

Ο Άνταμς έγραψε το «Hitchhiker’s Guide» για το BBC το 1977. Στοχοποιεί σε αυτό τους βαθύπλουτους, με τους ιδιόκτητους πυραύλους τους, που δημιουργούν αποικίες σε άλλους πλανήτες. «Για αυτούς τους εξαιρετικά πλούσιους εμπόρους, η ζωή τελικά έγινε μάλλον βαρετή και φαινόταν ότι κανένας από τους κόσμους στους οποίους εγκαταστάθηκαν δεν ήταν απολύτως ικανοποιητικός», σημειώνει ο αφηγητής. «Είτε το κλίμα δεν ήταν πολύ καλό αργά το απόγευμα είτε η μέρα ήταν κατά μισή ώρα μεγαλύτερη ή η θάλασσα ήταν απλώς στη λάθος απόχρωση του ροζ. Και έτσι δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για μια εκπληκτική νέα μορφή βιομηχανίας: ειδικά κατασκευασμένοι, πολυτελείς πλανήτες».

Αυτό ακριβώς φαίνεται να επιχειρούν οι Μπέζος και Μασκ, με τα σχέδιά τους για τη Σελήνη και τον Άρη, να προσαρτήσουν τους πλανήτες, αν μπορούσαν να το κάνουν. Και ο Ντάγκλας Άνταμς; Έγραψε το «Hitchhiker’s Guide» σε μια γραφομηχανή Hermes και είχε κολλήσει πάνω της ένα αυτοκόλλητο το οποίο έλεγε «ΤΕΛΟΣ ΣΤΟ ΑΠΑΡΤΧΑΪΝΤ».

Πώς αυτοί οι άντρες έχουν τόσο σοβαρά παρερμηνεύσει αυτά τα βιβλία; Ίσως οφείλεται στην επιστημονική φαντασία που φαίνεται να αγνοούν, ως επί το πλείστον: το νέο κύμα, τον αφροφουτουρισμό, τη φεμινιστική και μετα-αποικιακή επιστημονική φαντασία, το έργο συγγραφέων όπως η Μάργκαρετ Άτγουντ, η Βαντάνα Σινγκ, η Οκτάβια Μπάτλερ και ο Τεντ Σιάνγκ.

Η Ούρσουλα ΛεΓκoυίν έγραψε κάποτε ένα δοκίμιο, βασισμένο σε ένα δοκίμιο της Βιρτζίνια Γουλφ, για το πώς το θέμα όλων των μυθιστορημάτων είναι ο συνηθισμένος, ταπεινός, ελαττωματικός άνθρωπος. Η Γουλφ τον αποκάλεσε «Mrs. Brown». Η ΛεΓκουίν πίστευε ότι η επιστημονική φαντασία του μεσαίωνα – το είδος που εκφράζουν τα έργα του Ισαάκ Ασίμοφ και του Ρόμπερτ Χαϊνλάιν, δύο ακόμη συγγραφείς που θαύμαζαν οι Μασκ και Μπέζος- είχε χάσει τα ίχνη της Mrs. Brown. Αυτή η εκδοχή της επιστημονικής φαντασίας, ανησυχούσε ότι φαινόταν να είναι «παγιδευμένη βαθιά στα υπέροχα, αστραφτερά διαστημόπλοιά μας, που εκτοξεύονται σε όλο τον γαλαξία», σκάφη που περιέγραψε ως «ικανά να διαθέτους ηρωικούς καπετάνιους με μαύρες και ασημένιες στολές» και «ικανά να ανατινάζουν άλλα, εχθρικά πλοία και να μεταφέρουν πλήθος αποίκων από τη Γη σε άγνωστους κόσμους, και τελικά «σκάφη ικανά για οτιδήποτε, για τα πάντα, εκτός από ένα πράγμα: δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τη Mrs. Brown».

Το μέλλον που οραματίζεται ο Μασκισμός και το metaverse -οι πραγματικοί και εικονικοί κόσμοι που χτίζουν οι δισεκατομμυριούχοι της τεχνολογίας- επίσης δεν περιέχει την Mrs. Brown. Παρερμηνεύοντας τόσο την ιστορία όσο και τη μυθοπλασία, δεν μπορούν καν να την φανταστούν. Νομίζω ότι κάποιος ίσως θα έπρεπε να φτιάξει ένα αυτοκόλλητο το οποίο θα έλεγε «ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ Το METAVERSE».

* Η Jill Lepore, καθηγήτρια ιστορίας στο Χάρβαρντ, είναι η συγγραφέας του «If Then: How the Simulmatics Corporation Invented the Future» και η παρουσιάστρια του podcast του BBC/Pushkin «Elon Musk: The Evening Rocket», από το οποίο αυτό το δοκίμιο είναι διασκευασμένο.

© 2021 Διατίθεται από το «The New York Times Licensing Group»

πηγη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s